Το ιερό κορυφής στη Χορεύτρα (Μετζολατί) Κοφινά Αστερουσίων: λατρευτικός χώρος, αρχαιολογική έρευνα και διαχρονική σημασία
Ο Κόφινας αποτελεί την υψηλότερη κορυφή της οροσειράς των Αστερουσίων και ένα από τα σημαντικότερα φυσικά και αρχαιολογικά σημεία της νότιας Κρήτης. Η επιβλητική παρουσία του στο τοπίο της Μεσαράς, η οποία εκτείνεται νότια έως το Λιβυκό πέλαγος και βόρεια έως τις μεγάλες ορεινές μάζες της Κρήτης, συνέβαλε στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης συμβολικής σημασίας του βουνού ήδη από την προϊστορική εποχή. Τα βουνά στην προϊστορική Κρήτη δεν αποτελούσαν απλώς γεωγραφικούς σχηματισμούς, αλλά εντάσσονταν στη θρησκευτική αντίληψη των Μινωιτών ως τόποι ιδιαίτερης θεϊκής παρουσίας και επικοινωνίας με το υπερφυσικό (Evans, 1921–1935· Nilsson, 1950· Rutkowski, 1986). Η ονομασία Κόφινας, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, σχετίζεται με τη μορφή της στενόμακρης και απόκρημνης κορυφής, η οποία θυμίζει αναποδογυρισμένο κοφίνι.
Το ιερό που ερευνήθηκε αρχαιολογικά δεν βρίσκεται στην απόλυτη κορυφή του Κοφινά, η οποία φθάνει σε ύψος 1.231 μ., αλλά στη θέση Χορεύτρα ή Μετζολατί, σε χαμηλότερο λοφίσκο βορειοανατολικά της κορυφής, σε υψόμετρο περίπου 927 μ. Η επιλογή της θέσης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς από το σημείο αυτό υπάρχει ευρεία εποπτεία του γύρω τοπίου και οπτική επικοινωνία με άλλες σημαντικές θέσεις της μινωικής Κρήτης, όπως ο Γιούχτας και, υπό κατάλληλες καιρικές συνθήκες, το ιερό κορυφής του Πύργου Τυλίσου. Η χωρική αυτή σχέση εντάσσει τον Κόφινα στο ευρύτερο δίκτυο των μινωικών ιερών κορυφής, όπου το φυσικό ανάγλυφο αποτελούσε βασικό στοιχείο της λατρευτικής εμπειρίας (Peatfield, 1983· Rutkowski, 1986).
Η περιοχή του Κόφινα υπέστη για μεγάλο χρονικό διάστημα λαθρανασκαφική δραστηριότητα, γεγονός που επηρέασε την κατάσταση διατήρησης των αρχαιολογικών καταλοίπων. Χαρακτηριστική είναι η ονομασία «Λογαρότοπος», η οποία αποδίδεται σε μία από τις πλαγιές του βουνού και συνδέεται ετυμολογικά με τη λέξη «λογάριον», δηλαδή θησαυρός. Η ονομασία αυτή αντανακλά πιθανώς τη διαχρονική αντίληψη της περιοχής ως τόπου όπου υπήρχαν πολύτιμα αρχαία αντικείμενα.
Η πρώτη συστηματική αρχαιολογική διερεύνηση πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1961 από τον Νικόλαο Πλάτωνα μέσω της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Κατά τη σύντομη σωστική ανασκαφή εντοπίστηκε τμήμα περιβόλου κοντά σε υψηλό βραχώδες έξαρμα, καθώς και σημαντικές συγκεντρώσεις κεραμικής και αναθηματικών ειδωλίων, τόσο ανθρωπόμορφων όσο και ζωόμορφων. Ο Πλάτων χρονολόγησε την κύρια χρήση του χώρου στην αρχή της Νεοανακτορικής περιόδου και επισήμανε την παρουσία μεγάλων θραυσμάτων ταυρόμορφων ειδωλίων, τα οποία αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της λατρευτικής δραστηριότητας του χώρου (Πλάτων, 1961· Πλάτων, 1961-1962).
Η συνέχιση της έρευνας κρίθηκε απαραίτητη εξαιτίας των συλήσεων και το 1990 πραγματοποιήθηκε νέα σωστική ανασκαφή υπό τη διεύθυνση της Αλεξάνδρας Καρέτσου και του Γιώργου Ρεθεμιωτάκη. Η έρευνα αποκάλυψε μεγαλύτερο τμήμα της αρχιτεκτονικής οργάνωσης του ιερού, μεταξύ άλλων τον περίβολο με διαμόρφωση σε σχήμα Π, ενώ παράλληλα εξετάστηκε η ευρύτερη περιοχή. Τα ευρήματα περιελάμβαναν μεγάλες ποσότητες κεραμικής, πήλινα ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια, χάλκινα ειδώλια, αναθηματικά χάλκινα μαχαιρίδια, τράπεζες προσφορών και σφραγίδες. Το σύνολο των ευρημάτων αποδεικνύει την έντονη και μακρόχρονη λατρευτική χρήση του χώρου (Καρέτσου & Ρεθεμιωτάκης, 1991–1993· Καρέτσου & Ρεθεμιωτάκης, 1995).
Ιδιαίτερη σημασία για τη χρονολόγηση και την ερμηνεία του ιερού έχει η μελέτη της κεραμικής και των ανθρωπόμορφων ειδωλίων. Η μεγάλη παρουσία κυπέλλων και άλλων τύπων αγγείων της Μεσομινωικής ΙΙΙ περιόδου (ΜΜ ΙΙΙ) υποδεικνύει ότι η ίδρυση και η ακμή του ιερού τοποθετούνται κατά τη συγκεκριμένη χρονική φάση. Η σύγκριση με άλλες αρχαιολογικές θέσεις της Μεσαράς επιβεβαιώνει αυτή τη χρονολόγηση (Σπηλιωτοπούλου, 2015· Σπηλιωτοπούλου, 2018).
Τα ανθρωπόμορφα ειδώλια του Κοφινά παρουσιάζουν σημαντική ομοιογένεια ως προς την κατασκευή και τη μορφολογία τους. Η ταύτιση του πηλού των ειδωλίων με τον πηλό των αγγείων της ίδιας θέσης ενισχύει τη χρονολόγησή τους στη ΜΜ ΙΙΙ περίοδο. Οι μορφές χαρακτηρίζονται από καλοσχηματισμένα, αθλητικά σώματα, ενώ η απουσία μεμονωμένων αναθηματικών μελών διαφοροποιεί το σύνολο από άλλες μορφές λατρευτικών πρακτικών (Σπηλιωτοπούλου, 2018).
Η παρουσία ειδωλίων νεαρών ανδρών με γάντια πυγμαχίας έχει ιδιαίτερο ερμηνευτικό ενδιαφέρον. Οι μορφές αυτές έχουν συνδεθεί με την ιδέα της σωματικής ικανότητας, της ανδρικής ταυτότητας και πιθανώς με τελετές μετάβασης προς την ενηλικίωση. Το ιερό φαίνεται ότι λειτουργούσε όχι μόνο ως τόπος επικοινωνίας με το θείο, αλλά και ως χώρος έκφρασης της κοινωνικής ταυτότητας μιας τοπικής κοινότητας (Burkert, 1985· Nilsson, 1950· Σπηλιωτοπούλου, 2018).
Η Χορεύτρα και το ιερό κορυφής του Κοφινά αποτελούν επομένως χαρακτηριστικό παράδειγμα της σχέσης ανάμεσα στο φυσικό τοπίο και στη μινωική θρησκευτική πρακτική. Η επιλογή μιας ορεινής θέσης με ευρεία εποπτεία, η συγκέντρωση αναθηματικών προσφορών και η μακρά διάρκεια χρήσης του χώρου αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο οι Μινωίτες ενσωμάτωναν το περιβάλλον στη θρησκευτική τους κοσμοαντίληψη (Evans, 1921–1935· Platon, 1974). Η μελέτη του Κοφινά συμβάλλει όχι μόνο στην κατανόηση της μινωικής λατρείας, αλλά και στη διερεύνηση της διαχρονικής σχέσης ανθρώπου, τοπίου και ιερότητας στην Κρήτη.
Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
Καρέτσου, Α. & Ρεθεμιωτάκης, Γ. (1991–1993). Ανασκαφικές έρευνες στο ιερό κορυφής Κόφινα Αστερουσίων.
Καρέτσου, Α. & Ρεθεμιωτάκης, Γ. (1995). Μελέτες για τα ευρήματα του ιερού κορυφής Μετζολάτι–Κόφινα.
Πλάτων, Ν. (1961). «Ανασκαφή εις Κόφινα Αστερουσίων». Κρητικά Χρονικά.
Πλάτων, Ν. (1961–1962). «Μελέτες και παρατηρήσεις από το ιερό κορυφής Κόφινα». Κρητικά Χρονικά.
Πλάτων, Ν. (1974). Η Κρήτη και ο Μινωικός Πολιτισμός. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
Σπηλιωτοπούλου, Α. (2015). «Νέα ματιά στο υλικό της κεραμεικής και των ανθρωπόμορφων ειδωλίων από το ιερό κορυφής Κόφινα Αστερουσίων». Αρχαιολογικές Έρευνες Κρήτης, 3, 281–292.
Σπηλιωτοπούλου, Α. (2018). Τα πήλινα ανθρωπόμορφα ειδώλια των μινωικών ιερών κορυφής: Τυπολογικές, τεχνοτροπικές και ερμηνευτικές παρατηρήσεις με βάση το υλικό του ιερού στον Κόφινα Αστερουσίων. Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ξενόγλωσση βιβλιογραφία
Burkert, W. (1985). Greek Religion. Cambridge, MA: Harvard University Press.
Evans, A.J. (1921–1935). The Palace of Minos at Knossos. London: Macmillan.
Nilsson, M. P. (1950). The Minoan-Mycenaean Religion and Its Survival in Greek Religion. Lund.
Peatfield, A.A.D. (1983). “The Topography of Minoan Peak Sanctuaries.” Annual of the British School at Athens, 78, 273–279.
Platon, N. (1974). Crete and the Minoan Civilization. Athens.
Rutkowski, B. (1986). The Cult Places of the Aegean. New Haven: Yale University Press.

