Παραδοσιακά επαγγέλματα Αστερουσίων

Αγγειοπλάστης

Για την κατασκευή των αγγείων ήταν απαραίτητος ο τροχός, το σφουγγάρι, το χτένι και το καμίνι. Ο αγγειοπλάστης αρχικά επέλεγε και επεξεργαζόταν το χώμα, ετοίμαζε τον πηλό, ακολούθως δημιουργούσε τα αγγεία, τα στέγνωνε στον ήλιο και τα έψηνε. Το σχήμα του κεραμικού αντικειμένου δινόταν με τη βοήθεια του τροχού. Αρχικά ο τεχνίτης τοποθετούσε μία ποσότητα πηλού στο κέντρο ενός οριζόντιου τροχού, ο οποίος με τη βοήθεια του ποδιού μπορούσε να περιστραφεί. Αφού κέντραρε τον πηλό, με τα δάκτυλά του τον άνοιγε στη μέση. Με το ένα χέρι από τη μέσα μεριά και με το άλλο από έξω και ενώ ταυτόχρονα περιέστρεφε τον τροχό, πίεζε τον πηλό που περιστρεφόταν, τραβώντας τον προς τα πάνω. Όταν έφτανε στο επιθυμητό ύψος, άρχιζε να διαμορφώνει το σχήμα που ήθελε να του δώσει.

Μετά την ολοκλήρωση της δημιουργίας του ο αγγειοπλάστης αποκολλούσε το αγγείο από τον τροχό με την βοήθεια ενός σύρματος και το άφηνε να στεγνώσει. Αφού στέγνωνε λίγο και εάν το σκεύος το απαιτούσε, συγκολλούσε χερούλια ή άλλα διακοσμητικά πάνω σε αυτό. Στη συνέχεια το άφηνε να στεγνώσει τελείως. Ακολουθούσε το ψήσιμο ή καμίνιασμα. Το καμίνιασμα απαιτούσε καλό και προσεκτικό στοίβαγμα των αγγείων μέσα στο καμίνι. Η διαδικασία ψησίματος διαρκούσε περίπου 10 ώρες.

Οι αγγειοπλάστες έφτιαχναν αγγεία για να καλύψουν διάφορες καθημερινές ανάγκες, π.χ. σκεύη για τη μεταφορά νερού από τις πηγές και τη φύλαξη του ελαιολάδου, τσικάλια, κούπες, πιάτα, πιθάρια κλπ., αλλά και αγγεία για το εμπόριο και τη μεταφορά προϊόντων σε υγρή μορφή (λάδι, κρασί).

Όπως μαρτυρούν τα αρχαία ευρήματα, η κεραμική τέχνη έχει μακραίωνη ιστορία. Ήδη από τα Μινωικά χρόνια, οι τεχνίτες δημιούργησαν μοναδικής κομψότητας και τεχνικής κεραμικά πιθάρια και εκπληκτικής ομορφιάς αγγεία, στα οποία απεικονίζονται με μεγάλη ζωντάνια το ζωικό και φυτικό βασίλειο του νησιού. Αντικείμενα από πηλό εμπλέκονται σε όλες τις εκφάνσεις της μινωικής ζωής, καθώς πήλινα αγγεία χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση, τη μεταφορά, την παρασκευή και την κατανάλωση της τροφής.

Με τη βιομηχανική επανάσταση και την εξάπλωση των γυάλινων, πλαστικών και ανοξείδωτων δοχείων περιορίστηκε δραστικά η χρήση των πήλινων σκευών. Ωστόσο, η τέχνη διατηρήθηκε και αναπτύχθηκε στο πέρασμα του χρόνου και ακόμα και σήμερα τη συναντάμε σε περιοχές της Κρήτης, όπως το Θραψανό, τις Αγίες Παρασκιές, τις Μαργαρίτες Μυλοποτάμου και το Κεντρί Λασιθίου. Μάλιστα, «Η αγγειοπλαστική παράδοση του Θραψανού» αποτελεί στοιχείο του Καταλόγου Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Στις μέρες μας, η δουλειά του αγγειοπλάστη έχει εξελιχθεί σε ένα επάγγελμα που συνδυάζει την παραδοσιακή τέχνη με την καινοτομία και την τεχνολογία.

Η βασική τεχνική της  αγγειοπλαστικής και τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα δεν εμφανίζουν ριζικές αλλαγές σε σχέση με το παρελθόν. Ωστόσο, ενώ ορισμένοι αγγειοπλάστες παραμένουν πιστοί στις παραδοσιακές τεχνικές και σχέδια, άλλοι εξερευνούν νέες δυνατότητες χρησιμοποιώντας προηγμένες τεχνολογίες και μοντέρνα υλικά. Πολλοί αγγειοπλάστες αποτελούν δημιουργικούς καλλιτέχνες που ερμηνεύουν την παράδοση με νέο και φρέσκο τρόπο, ενώ ταυτόχρονα εξερευνούν καινοτόμες τεχνικές και υλικά.

Potter

Potters used clay, clay mixtures and the necessary tools to construct pottery on the traditional wooden potter’s wheel. For the construction of the vessels, the wheel, sponge, comb and kiln were necessary. The potter initially selected and processed the soil, prepared the clay, then created the vessels, dried them in the sun and put them on fire. The shape of the ceramic object was given with the help of the wheel. Initially, the craftsman placed a quantity of clay in the center of a horizontal wheel, which could be rotated with the help of a foot. After putting the clay in the center, he opened it in the middle with his fingers. With one hand from the inside and the other from the outside, while simultaneously rotating the wheel, he pressed the rotating clay, pulling it upwards. When it reached the desired height, he began to shape it as desired.

After completing the creation, the potter detached the vessel from the wheel with the help of wire and let it dry. After drying for a while, if the vessel required it, handles or other decorations were attached to it. Then it was left to dry completely. Next came firing or kiln firing. Kiln firing required careful stacking of the vessels inside the kiln. The firing process lasted about 10 hours.

Potters made vessels to meet various everyday needs, such as containers for carrying water from sources and storing olive oil, pitchers, cups, plates, jars, etc., as well as vessels for trade and transport of liquid products (oil, wine).

As evidenced by ancient finds, ceramic art has a long history. Already from the Minoan era, craftsmen created uniquely elegant and technically ceramic jars and vessels of stunning beauty, vividly depicting the animal and plant kingdom of the island. Clay

for storage, transport, preparation, and consumption of food.

With the industrial revolution and the spread of glass, plastic, and stainless-steel containers, the use of clay vessels was drastically reduced. However, the art was maintained and developed over time and even today it is encountered in areas of Crete, such as Thrapsano, Agies Paraskies, Margarites and Kentri. Indeed, “The pottery tradition of Thrapsano” is an element of UNESCO’s Intangible Cultural Heritage Catalog.

Today, the work of the potter has evolved into a profession that combines traditional art with innovation and technology.

The basic technique of pottery and the tools used today show no radical changes compared to the past. However, while some potters remain faithful to traditional techniques and designs, others explore new possibilities using advanced technologies and modern materials. Many potters are creative artists who interpret tradition in a new and fresh way, while simultaneously exploring innovative techniques and materials.

Αρωματάς

Αρωματάς ήταν αυτός που είχε ως ενασχόληση τη συλλογή και την αποξήρανση των αρωματικών-φαρμακευτικών φυτών, αλλά και την απόσταξη για την παραγωγή αιθέριων ελαίων από αυτά. Οι αρωματάδες γύριζαν τα χωριά και πουλούσαν τα αιθέρια έλαια και τα θεραπευτικά φυτά που έβρισκαν στο νησί.

Η χρήση των βοτάνων στην Κρήτη χάνεται στα βάθη των αιώνων. Οι ανασκαφές στους διάφορους αρχαιολογικούς χώρους, εκτός από υπολείμματα βοτάνων, έφεραν στο φως και εγκαταστάσεις επεξεργασίας τους. Στην Κνωσό βρέθηκαν επιγραφές που φανερώνουν ότι τα αρωματικά σκευάσματα και τα έλαια υπήρξαν από τα βασικότερα εξαγώγιμα προϊόντα των Μινωιτών, ενώ σε ανασκαφή στις Αρχάνες βρέθηκαν απανθρακωμένα βότανα διατηρημένα για 3.500 χρόνια.

Στην Κρήτη, οι τελευταίοι αποσταγματοποιοί «αρωματάδες», που ήταν παράλληλα και οι ίδιοι οι γυρολόγοι των προϊόντων τους, καταγράφηκαν στο Καβούσι. Χρησιμοποιούσαν τα ρακοκάζανα για να αποστάξουν αιθέρια έλαια και στη συνέχεια γύριζαν τα χωριά και πουλούσαν τα αποστάγματα.

Στις μέρες μας επάγγελμα το οποίο εμφανίζει συνάφεια με το επάγγελμα του αρωματά και πιθανότατα αποτελεί την εξέλιξη αυτού, είναι ο βοτανολόγος, ο οποίος αναζητά σπάνια αλλά και συνηθισμένα βότανα, τα συλλέγει την κατάλληλη περίοδο, αποσπά το άρωμά τους, προετοιμάζει θεραπείες που βασίζονται σε βότανα και αρώματα και δημιουργεί παρασκευάσματα με ιαματικές ιδιότητες.

Perfumer

Perfumer was a person engaged in collecting and drying aromatic-medicinal plants, as well as distilling them to produce essential oils. Perfumers would travel around villages and sell the essential oils and healing plants they found on the island.

The use of herbs in Crete dates back to ancient times. Excavations in various archaeological sites have unearthed not only remnants of herbs but also processing facilities. At Knossos, inscriptions were found indicating that aromatic compounds and oils were among the main export products of the Minoans, while in an excavation in Archanes, charred herbs preserved for 3,500 years were found.

In Crete, the last distillers, known as “perfumers,” who were also the gatherers of their products, were recorded in Kavousi. They used stills to distill essential oils and then traveled around villages to sell their distillates.

In modern times, a profession that bears resemblance to that of perfumers and likely represents its evolution is that of the botanist. Botanists seek out rare as well as common herbs, collect them at the appropriate time, extract their aroma, prepare treatments based on herbs and scents, and create formulations with healing properties.

Βοσκός

Ο βοσκός ήταν το άτομο που φρόντιζε, μάζευε για βοσκή, τάιζε ή φυλούσε κοπάδια προβάτων. Σκοπός ήταν να εκμεταλλευτεί εμπορικά είτε τα ίδια, είτε τα προϊόντα που προέρχονταν από αυτά. Οι ασχολίες ενός βοσκού ήταν καθημερινές (π.χ. η φύλαξη του κοπαδιού στα βοσκοτόπια, το άρμεγμα, ο καθαρισμός των χώρων που ζούσαν τα ζώα, το πότισμα των ζώων και η περιποίησή τους από αρρώστιες ή μικροτραυματισμούς κτλ.), αλλά και εποχιακές (π.χ. το κούρεμα, η συγκέντρωση και η εμπορία του μαλλιού των ζώων, η παραγωγή τυριού, αλλαντικών, καπνιστών ή άλλων προϊόντων κτλ).

Από την αρχαιότατη εποχή, ο πρωτόγονος άνθρωπος αισθάνθηκε την ανάγκη να εξημερώσει τα αιγοπρόβατα, τα άλογα, τους χοίρους και τα άλλα ζώα που είναι ωφέλιμα για τη ζωή του. Στον Αριστοτέλη και στον Όμηρο υπάρχουν περιγραφές και πληροφορίες για την κτηνοτροφική ζωή και τον κτηνοτροφικό πλούτο του ελληνικού κόσμου της εποχής τους. Αλλά και στις μεταγενέστερες εποχές η κτηνοτροφία ήταν ο σπουδαιότερος πόρος της οικονομίας και του πλουτισμού του αγροτικού κόσμου της. Στην Κρήτη η κτηνοτροφία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού, με ρίζες που χάνονται στα βάθη των αιώνων, καθώς στα ορεινά του νησιού, η κτηνοτροφία δεν είναι απλώς μια εργασία, αλλά τρόπος ζωής που περνάει από γενιά σε γενιά.

Παρότι στην Κρήτη η κτηνοτροφία έχει μια μακρά παράδοση, έρχεται αντιμέτωπη με μια σειρά από προκλήσεις. Η γήρανση του πληθυσμού, η έλλειψη νέων κτηνοτρόφων και οι δυσκολίες στην εμπορία των προϊόντων είναι μερικά από τα προβλήματα που υπάρχουν, ωστόσο συνεχίζει να εξασκείται και από νέους ανθρώπους που αγκαλιάζουν την παράδοση. Στα Αστερούσια, στον κυρίως ορεινό όγκο και μέχρι τα ανατολικά του όρια και τα νότια παράλια, η αιγοπροβατοτροφία αποτελεί ακόμα και στις μέρες μας την κύρια δραστηριότητα, με το μεγαλύτερο ποσοστό των εκμεταλλεύσεων να είναι καθαρά επαγγελματικής μορφής.

Το επάγγελμα του κτηνοτρόφου έχει υποστεί αλλαγές λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης, της αυξημένης ανταγωνιστικότητας και των νέων προκλήσεων στον τομέα της γεωργίας.

Οι κτηνοτρόφοι σήμερα χρησιμοποιούν σύγχρονες τεχνολογίες, που τους επιτρέπουν να παρακολουθεί τα ζώα σε πραγματικό χρόνο, μέσα από αισθητήρες και κάμερες που καταγράφουν ζωτικής σημασίας δεδομένα για τη βελτίωση της παραγωγής.  Πλέον, εφαρμόζουν αυτόματες διαδικασίες παροχής τροφής και νερού αξιοποιούν ηλεκτρονικά συστήματα για να καταγράφουν την κίνηση και την υγεία των ζώων, ενώ μέσω drones παρακολουθούν τις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις. Ωστόσο, η αυξημένη ανταγωνιστικότητα από τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις, οι αυξημένες απαιτήσεις όσον αφορά την υγεία και την ασφάλεια των ζώων και των προϊόντων, καθώς και οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί, αποτελούν προκλήσεις με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι.

Sheperd

The shepherd was the person who took care of, gathered for grazing, fed or herded flocks of sheep. The purpose was to commercially exploit either the animals themselves or the products derived from them. The shepherd’s activities were both daily (e.g., guarding the flock in pastures, milking, cleaning the animal living spaces, watering the animals, and caring for them from diseases or minor injuries, etc.) and seasonal (e.g., shearing, gathering and trading the animals’ wool, cheese production, cured meats, smoked products, etc.).

From ancient times, primitive humans felt the need to domesticate goats, horses, pigs and other animals beneficial to their lives. Both Aristotle and Homer provide descriptions and information about the agricultural life and livestock wealth of the Greek world in their time. But even in later periods, animal husbandry was the most important resource of the economy and prosperity of rural communities. In Crete, animal husbandry is an integral part of the island’s cultural heritage, with roots dating back to ancient times, as in the mountainous regions of the island, animal husbandry is not just a job, but a way of life passed down from generation to generation.

Although animal husbandry has a long tradition in Crete, it faces a series of challenges. Population aging, lack of young shepherds and difficulties in marketing of products are some of the problems, yet it continues to be practiced by new individuals embracing tradition. In Asterousia, in the main mountain range and down to the eastern and southern coasts, goat and sheep farming remains the primary activity up to now, with the majority of operations being purely commercial.

The profession of the shepherd has undergone changes due to technological advancements, increased competitiveness and new challenges in the agricultural sector. Today, shepherds use modern technologies that allow them to monitor animals in real-time through sensors and cameras that record vital data for production improvement. They now implement automated feeding and watering processes and utilize electronic systems to monitor the movement and health of animals, while drones are used to monitor livestock farms. However, increased competition from large-scale operations, heightened demands regarding animal and product health and safety, as well as environmental restrictions, are challenges they face.

Γανωτής

Τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούνταν για τις καθημερινές ανάγκες των νοικοκυριών, τα καζάνια που τυροκομούσαν οι βοσκοί το τυρί, αλλά και τα καπάκια των ρακοκάζανων ήταν χάλκινα και με την πολλή χρήση και τον καιρό οξειδώνονταν και γίνονταν επικίνδυνα για την υγεία. Οι γανωτές ήταν πλανόδιοι τεχνίτες που αναλάμβαναν το γαλβανισμό και το στίλβωμα των χάλκινων σκευών προκειμένου να τα συντηρήσουν. Το γάνωμα γινόταν μια φορά το χρόνο και ο γανωτής περνούσε από όλα τα χωριά για να παραλάβει τα είδη προς επισκευή και να τα γανώσει ή επί τόπου ή στο εργαστήριο του.

Απαραίτητα υλικά και εργαλεία ήταν το καλάϊ (κασσίτερος), το σπίρτο (υδροχλωρικό οξύ), το νησαντήρι (χλωριούχο αμμώνιο), το τσιμπίδι με το οποίο κρατούσε το χάλκωμα πάνω από τη φωτιά και ένα μεγάλο ταψί (ταβλάς) που εκεί μέσα έριχνε τα μικρά κομμάτια καλάϊ που περίσσευαν για να τα ξαναχρησιμοποιήσει.

Ο γανωτής άναβε τη φωτιά και έβαζε τα χαλκώματα να ζεσταθούν καλά και να λιώσουν όλα τα λίπη που μπορεί να είχαν τα σκεύη, ενώ τα καθάριζε καλά και κυρίως στα σημεία που ήταν πρασινισμένα και σκουριασμένα. Ο καθαρισμός των σκευών γινόταν με πολλούς τρόπους. Τα έτριβε με συρματόβουρτσα, με άμμο και νερό. Για να καθαρίσει τα μεγάλα καζάνια έμπαινε μέσα και με τα πόδια του και τα έτριβε. Επίσης, χρησιμοποιούσε στάχτη και κάρβουνο για τον καθαρισμό. Μετά άλειφε την εσωτερική επιφάνεια του σκεύους με σπίρτο και έπειτα την έτριβε καλά με άμμο ή τριμμένο κεραμίδι ή αλατσύπετρα.

Μετά το τέλος του σχολαστικού καθαρισμού, πύρωνε στη φωτιά το σκεύος, κρατώντας το με την τσιμπίδα. Έπειτα, όπως ήταν ζεστό, έριχνε μέσα το νησαντήρι για να κολλήσει το καλάϊ πάνω στο σκεύος. Αφού το σκούπιζε καλά, άπλωνε στη συνέχεια το λιωμένο καλάϊ σ’ όλη την επιφάνεια με τη βοήθεια ενός βαμβακιού. Τέλος, το σκούπιζε με ένα καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει και το γανωμένο σκεύος φαινόταν σαν καινούριο.

Θεωρείται από τα πιο παλιά επαγγέλματα, καθώς πολλοί τοποθετούν την ύπαρξη του ακόμη και στα βυζαντινά χρόνια.

Το επάγγελμα του γανωτή έχει εκλείψει στις μέρες μας καθώς τα νέα μαγειρικά σκεύη είναι πλέον ανοξείδωτα και δε χρειάζονται επικασσιτέρωση.

Tinker

Most utensils used for the daily needs of households, the cauldrons in which shepherds made cheese, as well as the lids of the distillation cauldrons, were made of copper and, with much use and exposure to weather, they oxidized and became dangerous to health. Tinkers were itinerant craftsmen who undertook the galvanizing and polishing of copper utensils to preserve them. Galvanizing was done once a year, and the tinker would go through all the villages to collect the items for repair and galvanizing, either on the spot or in his workshop.

The necessary materials and tools were tin, hydrochloric acid, ammonium chloride, the tongs used to hold the metal over the fire and a large tray where the excess tin pieces were thrown to be reused.

The tinker would light a fire and heat the utensils well to melt away any fats they might contain, while cleaning them thoroughly, especially in areas where they were greenish and rusty. Cleaning of the utensils was done in many ways. They were scrubbed with wire brushes, sand and water. To clean large cauldrons, the tinker would enter them and scrub with his feet. Ash and charcoal were also used for cleaning. Afterward, the inner surface of the utensil was rubbed with hydrochloric acid and then scrubbed well with sand or crushed tile.

After the thorough cleaning, the utensil was heated in the fire, held with tongs. Then, while it was hot, ammonium chloride was sprinkled inside to make the tin adhere to the surface. After wiping it well, the melted tin was spread over the entire surface with the help of cotton. Finally, it was wiped with clean cotton to shine and the tinned utensil looked like new.

It is considered one of the oldest professions, as many place its existence even in Byzantine times.

The profession of the tinker has disappeared in our days as modern cooking utensils are now made of stainless steel and do not require tinning.

Ελαιοκαλλιεργητής

Η καταλληλόλητα του κλίματος της Κρήτης ευνοούσε ανέκαθεν την καλλιέργεια της ελιάς καθώς χαρακτηρίζεται από ήπιους χειμώνες και ζεστά ξηρά καλοκαίρια. Ο ελαιοκαλλιεργητής ήταν αυτός που φρόντιζε για την καλλιέργεια των ελαιόδεντρων και την συγκομιδή της ελιάς, για την παραγωγή ελαιολάδου.

Από τους πρώτους τρόπους καλλιέργειας της ελιάς ήταν αυτός του παραδοσιακού ελαιώνα. Η πυκνότητα των δέντρων ανά στρέμμα ήταν 4-12 δέντρα, ενώ εφαρμοζόταν ελάχιστη ή καθόλου άρδευση. Ο παραδοσιακός τρόπος καλλιέργειας περιλάμβανε ελάχιστες παρεμβάσεις στη φυσική διαδικασία. Η συγκομιδή του ελαιοκάρπου ξεκινούσε από το Φθινόπωρο μέχρι τον Ιανουάριο και γινόταν με παραδοσιακά μέσα.

Οι ελιές παλιότερα μαζεύονταν χαμολόι, δηλαδή απευθείας από το έδαφος, ενώ αργότερα, άρχισαν να χρησιμοποιούνται λιόπανα. Στην αρχή μάζευαν το χαμολόι και στη συνέχεια τίναζαν (με ράβδισμα) τις ελιές, με μακριές βέργες, διαδικασία που δεν απέχει πολύ από τον σημερινό τρόπο συλλογής της ελιάς. Η διαλογή των καρπών γινόταν με το χέρι, ώστε να εντοπίζονται και να αφαιρούνται οι ακατάλληλες, ενώ παράλληλα διάλεγαν τις κατάλληλες προς βρώση ελιές, τις οποίες κρατούσαν για το καθημερινό τραπέζι, μια που αποτελούσαν το απαραίτητο μέρος της διατροφής κάθε αγροτικής οικογένειας. Το μέρος του καρπού που προοριζόταν για την παραγωγή λαδιού το μετέφεραν στα λιοτρίβια.

Η συστηματική καλλιέργεια της ελιάς, σύμφωνα με ερευνητές, φαίνεται να ξεκίνησε από την Κρήτη κατά τη νεολιθική εποχή, ενώ η καλλιέργεια της ελιάς βοήθησε και στην αλματώδη ανάπτυξη του Μινωϊκού πολιτισμού.

Η ελιά αποτελεί ακόμα και σήμερα το πιο διαδεδομένο δέντρο στην Ελλάδα και η καλλιέργειά της αντιπροσωπεύει περίπου το 87% των δενδρωδών καλλιεργειών. Υπολογίζεται ότι στη χώρα μας καλλιεργούνται συνολικά περισσότερα από 132 εκατομμύρια ελαιόδεντρα, με την Ελλάδα να είναι ανάμεσα στις πρώτες ελαιοπαραγωγούς χώρες στον κόσμο. Συνεχής ανά τους αιώνες είναι η παρουσία της ελιάς και στην Κρήτη, όπου και καταλαμβάνει περίπου το 40% της έκτασης του νησιού µε περισσότερα από 40 εκατ. ελαιόδεντρα. Στην Κρήτη, η ελαιοκομία αποτελεί έναν από τους δύο βασικότερους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, καθώς προσφέρει ένα αξιοσημείωτο εισόδημα στο νησί και αποτελεί αγαπητή απασχόληση για μεγάλο ποσοστό των κατοίκων του.

Κατά το παρελθόν, η καλλιέργεια της ελιάς συνήθως ήταν πιο παραδοσιακή, με τεχνικές που βασίζονταν στην ανθρώπινη εργασία και στη χρήση απλών εργαλείων. Η συγκομιδή των ελιών, η περιποίηση των δέντρων και η συντήρησή τους γενικότερα απαιτούσαν πολύ χειρωνακτική εργασία, ενώ οι καρποί συνήθως επεξεργάζονταν με παραδοσιακούς τρόπους.

Στη σύγχρονη εποχή, για την καλλιέργεια της ελιάς έχουν υιοθετηθεί πιο σύγχρονες και αποδοτικές μέθοδοι. Η χρήση μηχανοποιημένων εργαλείων και μηχανημάτων έχει αυξήσει την αποδοτικότητα και έχει μειώσει την ανθρώπινη εργασία, ενώ η εφαρμογή νέων τεχνολογιών έχει αυξήσει την παραγωγικότητα. Η επεξεργασία των καρπών γίνεται συχνά με τη χρήση σύγχρονων εγκαταστάσεων και μηχανημάτων, βελτιώνοντας έτσι την ποιότητα της παραγωγής.Αρχή φόρμας

Olive farmer

The suitability of Crete’s climate has always favored the cultivation of olive trees, characterized by mild winters and hot, dry summers. The olive farmer was the one who took care of cultivating the olive trees and harvesting the olives for olive oil production.

One of the earliest methods of olive cultivation was the traditional olive grove. The tree density per hectare was 4-12 trees, with minimal or no irrigation applied. The traditional cultivation method involved minimal interventions in the natural process. Olive harvesting started from autumn until January and was done using traditional means.

In the past, olives were harvested by hand directly from the ground, while later on, olive nets began to be used. Initially, they gathered the olives from the ground and then they would beat (using a rod) the trees, a process not much different from today’s method of olive collection. Sorting of the fruits was done by hand to identify and remove unsuitable ones, while also selecting the suitable olives for consumption, which were kept for daily use, as they constituted an essential part of the diet for every rural family. The part of the fruit destined for oil production was transported to the olive press.

According to researchers, systematic olive cultivation seems to have started from Crete during the Neolithic era and olive cultivation also contributed to the rapid development of Minoan civilization.

Even today, the olive tree remains the most widespread tree in Greece and its cultivation represents about 87% of tree crops. It is estimated that more than 132 million olive trees are cultivated in the country, with Greece being among the top olive-producing countries globally. The presence of olive trees in Crete has been continuous over the centuries, where it occupies about 40% of the island’s area with more than 40 million olive trees. In Crete, olive cultivation is one of the two main sources of wealth, providing a significant income to the island and being a beloved occupation for a large percentage of its residents.

In the past, olive cultivation was usually more traditional, relying on techniques based on human labor and the use of simple tools. Olive harvesting, tree care and maintenance generally required a lot of manual labor, while the fruits were usually processed using traditional methods.

In modern times, more modern and efficient methods have been adopted for olive cultivation. The use of mechanized tools and machinery has increased efficiency and reduced manual labor, while the application of new technologies has increased productivity. Olive processing often involves the use of modern facilities and machinery, thus improving the quality of production.

Καλαθάς

Ο καλαθάς ήταν τεχνίτης που έφτιαχνε καλάθια. Έχοντας ως απαραίτητο εργαλείο ένα κοφτερό μαχαίρι και χρησιμοποιώντας πρώτες ύλες από τη φύση όπως καλάμι, σκίνα ή λυγαριά, κατασκεύαζε μέσα αποθήκευσης και μεταφοράς διαφόρων προϊόντων, χρηστικά αντικείμενα όπως πετροκόφινα, τρυγοκόφινα, μπουγαδοκόφινα, κόφες για περιβόλια, ελιές και χοχλιούς, νταμιτζάνες, καλάθια για το πήξιμο του τυριού, αλλά και πανέρια στα οποία προσφέρονταν τα προικιά και τα κεράσματα.

Η κατασκευή του καλαθιού ξεκινούσε από τη βάση, όπου δένονταν σταυρωτά οι πρώτες βέργες και το πλέξιμο ήταν πυκνό για να έχει μεγαλύτερη αντοχή. Στη συνέχεια έκαναν τον σκελετό τοποθετώντας κάθετα προς τη βάση χλωρά καλάμια, που τα έσχιζαν σε λωρίδες. Πάνω σε αυτά έπλεκαν τα τοιχώματα του καλαθιού. Στη βάση και στο τελείωμα χρησιμοποιούσαν τα πιο γερά κλαδιά. Στα μεγαλύτερα καλάθια, γνωστά ως κοφίνια, τοποθετούσαν κατά διαστήματα μεταλλικά ελάσματα για να αντέχουν το μεγάλο βάρος. Όταν ολοκλήρωναν το σκελετό, έφτιαχναν τις λαβές, ανάλογα με τη χρήση για την οποία προοριζόταν το καλάθι.

Τα καλάθια ήταν πολλών ειδών, διέφεραν σε μέγεθος, σχήμα και στο υλικό κατασκευής τους. Οι καλαθάδες ήταν οι βασικοί προμηθευτές κοφινιών και κάθε είδους καλαθιών. Οι χωρικοί χρησιμοποιούσαν τα καλάθια για να μαζέψουν, να μεταφέρουν και να αποθηκεύσουν αγροτικά προϊόντα, εμπορεύματα και φορτία.

Συγγενικός τομέας της καλαθοπλεκτικής ήταν η κανιστροπλεκτική, που αφορούσε την κατασκευή πανεριών και αποτελούσε μία δύσκολη χειροτεχνική δραστηριότητα.

Η καλαθοπλεκτική εκτιμάται ότι υπάρχει από τα προϊστορικά χρόνια, καθώς η ανάγκη της συλλογής και μεταφοράς της τροφής ανάγκασαν τον άνθρωπο να δημιουργήσει ένα αντικείμενο προσαρμοσμένο στις ανάγκες του. Τα πρώτα ίχνη καλαθιών που αναφέρει η επιστήμη προέρχονται από τους λιμναίους οικισμούς της νεολιθικής εποχής, ενώ θαυμάσια διατηρημένα καλάθια βρέθηκαν σε τάφους της προϊστορικής Αιγύπτου, όπου χρησιμοποιούνταν για παιδικά φέρετρα. Όσον αφορά την αρχαία Ελλάδα, υπάρχουν αναφορές στον Όμηρο σχετικά με την ύπαρξη και τη χρήση των καλαθιών.

Η καλαθοπλεκτική αποτελεί μια από́ τις αρχαιότερες χειροτεχνικές δραστηριότητες της κρητικής λαϊκής τέχνης, η οποία επιβιώνει ακόμα και σήμερα. Στην περιοχή των Αστερουσίων εντοπίζεται στην Εθιά και το Ροτάσι και στο Ρέθυμνο στο χωριό Μυξόρρουμα κοντά στο Σπήλι, ενώ η κανιστροπλεκτική εντοπίζεται σε ελάχιστες περιοχές, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το χωριό Νίβριτος κοντά στο Ζαρό, τις Γωνιές Μαλεβιζίου και το Μυξόρρουμα.

Στο παρελθόν, η καλαθοπλεκτική ήταν συχνά ένας βασικός τρόπος επιβίωσης για τους ανθρώπους σε αγροτικές περιοχές. Σήμερα, αν και παραμένει σημαντική ως παράδοση και τέχνη, η οικονομική της συμβολή είναι λιγότερο κρίσιμη λόγω της εμφάνισης πιο σύγχρονων επαγγελμάτων και βιομηχανικών προϊόντων.

Ωστόσο, παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας και την εμφάνιση πιο σύγχρονων υλικών και μηχανημάτων, η καλαθοπλεκτική παραμένει σημαντική ως παράδοση και πολιτιστικό χαρακτηριστικό. Οι  γνώσεις και οι τεχνικές της μεταδίδονται από γενιά σε γενιά, μέσω της εκπαίδευσης και της πρακτικής.

Πλέον, πολλοί καλαθοπλέκτες χρησιμοποιούν την τέχνη αυτή ως μέσο έκφρασης και δημιουργικότητας, ενώ οι δημιουργίες τους, εκτός από λειτουργικότητα, μπορεί να διαθέτουν αισθητική και καλλιτεχνική αρτιότητα. Επιπλέον, η καλαθοπλεκτική συχνά συνδέεται με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς η χρήση φυσικών υλικών συμβάλλει στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.

Basket weaver

The basket weaver was a craftsman who made baskets. Using a sharp knife as an essential tool and utilizing natural materials such as reeds or wicker, they constructed storage and transportation containers for various products, useful items such as picking baskets, grape-harvesting baskets, laundry baskets, baskets for orchards, olives and snails, baskets for cheese draining, as well as trays for dowries and gifts.

The construction of a basket started from the base, where the first rods were crossed and the weaving was dense for greater durability. Then the frame of the basket was made by placing vertically towards the base green reeds, which were split into strips. Upon these, the walls of the basket were woven. The strongest branches were used at the base and at the top. In larger baskets, known as “kofinia”, metal fittings were placed at intervals to withstand the weight. When the frame was completed, the handles were made according to the basket’s intended use.

Baskets varied in size, shape, and material. Basket weavers were the main suppliers of baskets and all kinds of woven items. Villagers used baskets to gather, transport and store agricultural products, goods and cargoes.

Basket weaving is estimated to have originated from prehistoric times when the need for collecting and transporting food forced humans to create objects adapted to their needs. The earliest traces of baskets come from prehistoric settlements of the Neolithic era, while well-preserved baskets have been found in the tombs of prehistoric Egypt, where they were used for children’s coffins. References to the use of baskets can even be found in ancient Greece, as mentioned by Homer.

Basket weaving is one of the oldest handicraft activities of Cretan folk art, which survives to this day. In the area of Asterousia, it is found in Ethia and Rotasi, while in Rethymno, it is found in the village of Myxorouma near Spili.

In the past, basket weaving was often a primary means of survival for people in rural areas. Today, although it remains significant as a tradition and art, its economic contribution is less critical due to the emergence of more modern professions and industrial products.

However, despite the evolution of technology and the appearance of more modern materials and machinery, basket weaving remains significant as a tradition and cultural characteristic. Its knowledge and techniques are passed down from generation to generation through education and practice.

Moreover, many basket weavers use this art as a means of expression and creativity, and their creations, apart from functionality, may possess aesthetic and artistic excellence. Additionally, basket weaving is often associated with the principles of sustainable development, as the use of natural materials contributes to reducing environmental footprint.

Κατσουνάς

Ο κατσουνάς ήταν ο τεχνίτης που έφτιαχνε τις κατσούνες, δηλαδή τις παραδοσιακές μαγκούρες των βοσκών στην Κρήτη. Τις κατσούνες τις χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί για να εγκλωβίζουν τα ζώα τους που θέλουν να τους ξεφύγουν, καθώς είχαν κυκλικό σχήμα στην κεφαλή τους. Επίσης τους βοηθούσε στο περπάτημα και κυρίως να ανεβαίνουν στις ορεινές περιοχές, όπου έβοσκαν τα ζώα τους. Η κατσούνα ήταν πολύτιμο εργαλείο για να καθαρίζουν με αυτήν τα μονοπάτια τους, για την μεταφορά του κολατσιού τους, αλλά αποτελούσε και όπλο εναντίον του εχθρού σε εμπόλεμες εποχές.

Η κατασκευή της γνήσιας Κρητικής κατσούνας γινόταν από ξύλο αμπελιτσιάς, ένα είδος δέντρου που εξαπλώνεται μόνο στην Κρήτη και απαντάται κυρίως σε μέτρια με μεγάλα υψόμετρα. Για να είναι η κατσούνα γερή, τα ξύλα έπρεπε να κοπούν στη λίγωση του φεγγαριού.

Με τη βοήθεια της φωτιάς, ο κατσουνοποιός προσπαθούσε να κατεργαστεί, να ξύσει και να ισιώσει το ξύλο. Το ξύλο καιγόταν για να μαλακώσει και μετά έμπαινε σε στρογγυλούς οδηγούς για να πάρει την επιθυμητή καμπύλη. Ο καλός μάστορας ξεχώριζε από την μαεστρία με την οποία έδινε το κυκλικό σχήμα στην κεφαλή της κατσούνας.

Από τότε που οι άνθρωποι περπατούν, χρησιμοποιούν μακριά ραβδιά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για την ανάβαση σε ανώμαλο και ορεινό έδαφος. Στη Βίβλο υπάρχουν αναφορές για τη ράβδο περπατήματος, ως σύμβολο εξουσίας και τιμής. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, καθώς οι πολιτισμοί απέκτησαν διαφορετικές πεποιθήσεις, το στάτους των μπαστουνιών και της ράβδου άλλαξε. Το μπαστούνι/ράβδος μετατράπηκε με τον καιρό σε ένα σύμβολο ισχύος, δύναμης, εξουσίας και κοινωνικού κύρους, κυρίως μεταξύ των ανδρών. Μέχρι τον 19ο αιώνα, οι ράβδοι και τα μπαστούνια είχαν χρησιμοποιηθεί για αιώνες, αρχικά ως βοήθημα για ταξίδια σε ανώμαλο έδαφος και ως αμυντικό όπλο και σταδιακά ως σύμβολα εξουσίας και τελικά ως σύμβολο της κοινωνικής κατάστασης.

Η τέχνη της δημιουργίας της κατσούνας σταδιακά χάνεται στο πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, υπάρχουν ακόμα ορισμένοι κατσουνοποιοί που διατηρούν την παράδοση σε διάφορα σημεία της Κρήτης όπως στα Αϊτάνια, στο Σμάρι αλλά και στο Ρέθυμνο.

Σήμερα το επάγγελμα του κατσουνά είναι λιγότερο διαδεδομένο σε σύγκριση με παλαιότερα, καθώς η ζήτηση για τις παραδοσιακές κατσούνες έχει μειωθεί, λόγω των κοινωνικών και τεχνολογικών αλλαγών.

Ωστόσο, οι κατσουνάδες που εξακολουθούν να ασχολούνται με το επάγγελμα, χρησιμοποιούν τις παραδοσιακές τεχνικές του παρελθόντος, διατηρώντας την παράδοση ζωντανή και ενθαρρύνοντας το ενδιαφέρον για την τοπική πολιτιστική κληρονομιά και κουλτούρα.

Katsounas

“Katsounas” was the craftsman who made the “katsounes,” the traditional crooks of the shepherds in Crete. Shepherds used “katsounes” to catch their animals that they wanted to confine, as they had a circular shape at their head. They also helped them walk, especially to climb in mountainous areas where they grazed their animals. The “katsouna” was a valuable tool for clearing their paths, carrying their belongings and also served as a weapon against enemies in times of war.

The construction of the genuine Cretan “katsouna” was made from wood of the “ampelitsia” tree, a type of tree found only in Crete and mainly in medium to high altitudes. To ensure durability, the wood had to be cut during the waning moon phase.

With the help of fire, the “katsounas” would try to shape, scrape and straighten the wood. The wood was burnt to soften it and then it was inserted into round guides to acquire the desired curvature. A skilled craftsman was distinguished by the mastery with which he gave the circular shape to the head of the “katsouna”.

Since people began to walk, they have used long sticks in one way or another to ascend rough and mountainous terrain. In the Bible, there are references to the walking stick as a symbol of power and honor. Throughout history, as cultures acquired different beliefs, the status of sticks and rods changed. The walking stick/rod gradually transformed over time into a symbol of power, strength, authority and social status, primarily among men. Until the 19th century, sticks and rods had been used for centuries, initially as aids for journeys on rugged terrain and gradually as defensive weapons and symbols of power and eventually as a symbol of social status.

The art of making the “katsouna” gradually fades over time. However, there are still some craftesmen who maintain the tradition in various parts of Crete, such as in Aitania, Smari and Rethymno.

Today, the profession of the “katsounas” is less widespread compared to earlier times, as the demand for traditional “katsounes” has decreased due to social and technological changes. However, “katsounades” who continue to engage in the profession use traditional techniques of the past, keeping the tradition alive and encouraging interest in local cultural heritage and culture.

Κουδουνάς

Τα κουδούνια αποτελούσαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των κτηνοτρόφων, καθώς από τον ήχο των κουδουνιών των ζώων του ο βοσκός αντιλαμβανόταν εάν το ζώο βοσκούσε, αν έπινε νερό, αν υπήρχε κίνδυνος κλπ.

Ο κουδουνάς ήταν ο τεχνίτης που κατασκεύαζε τα κουδούνια. Η διαδικασία παραγωγής ξεκινούσε από την παραλαβή των φύλλων μετάλλου τα οποία έκοβε στο σχήμα που αντιστοιχούσε σε κάθε μέγεθος κουδουνιού. Πάνω στο αμόνι και σε κοίλο καλούπι διαμόρφωνε, σφυρηλατώντας, το κουδούνι. Περνούσε τη διχάλα απ’ όπου κρεμιέται το κουδούνι και το λάσπωνε με μπρούτζο και χαλκό. Το έβαζε στο καμίνι σε θερμοκρασία 1000 και άνω βαθμών για να λιώσει πάνω του ο μπρούντζος και να στεγανοποιηθεί και στη συνέχεια το έριχνε σε έναν κουβά με κρύο νερό, καθώς η απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας το έκανε πιο γερό. Έπειτα περνούσε το σήμαντρο το οποίο φτιαχνόταν από μια πρόκα 20 πόντων και στο τέλος καθάριζε το κουδούνι.

Τα κουδούνια εμφανίζονται ήδη στους αρχαιότερους πολιτισμούς, από την Κίνα έως την Κρήτη και την Αίγυπτο, με χρήση τελετουργική, εξαγνιστική και προφυλακτική. Κουδούνια ανακαλύφθηκαν και σε ανασκαφές στην εγγύς Ανατολή, από όπου, όπως εικάζεται, απλώθηκαν στον νησιωτικό χώρο και στη συνέχεια στην ηπειρωτική Ελλάδα. Κωδωνόσχημα πήλινα ειδώλια βρέθηκαν στο μινωικό παλάτι της Κνωσού, που σύμφωνα με τους ερευνητές τα χρησιμοποιούσαν σε λατρευτικές εκδηλώσεις, ενώ ποικίλα κουδούνια, πήλινα και χάλκινα έχουν διασωθεί και στον Ελλαδικό χώρο, σε ιερά και σε τάφους, που χρονολογούνται από την αρχαϊκή περίοδο.

Η κουδουνοποιία είναι μια εξαιρετική τέχνη που χάνεται στη σύγχρονη εποχή καθώς τη θέση των παραδοσιακών κουδουνοποιών την έχει πάρει η βιομηχανική μαζική παραγωγή, με τους κτηνοτρόφους να προμηθεύονται εισαγόμενα κουδούνια σε καλύτερες τιμές. Ελάχιστοι κουδουνάδες έχουν μείνει στην Ελλάδα, ενώ στην Κρήτη η τέχνη εξασκείται στις Άνω Ασίτες και στο Μεταξοχώρι.

Τα παραδοσιακά χειροποίητα κουδούνια αποτελούν σήμερα κυρίως μουσειακό είδος ή ενθύμημα, αν και παραμένουν χρηστικά αντικείμενα για ορισμένους κτηνοτρόφους που τα χρησιμοποιούν για να αναγνωρίζουν και ελέγχουν τα ζώα τους. Όσοι κουδουνάδες έχουν απομείνει να εξασκούν την τέχνη, εφαρμόζουν τον παραδοσιακό τρόπο κατασκευής των κουδουνιών, συμβάλλοντας στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Βell maker

Bells were an integral part of the lives of livestock farmers, as the sound of the animals’ bells allowed the shepherd to perceive whether the animal was grazing, drinking water, or if there was any danger, etc.

The bell maker was the craftsman who made the bells. The production process began with the receipt of metal sheets, which were cut into the shape corresponding to each bell size. On the anvil and in a hollow mold, the bell was shaped by hammering. It passed through the clapper, from where the bell hung and was coated with brass and copper. It was then placed in a furnace at a temperature of 1000 degrees and above to melt the brass onto it and make it waterproof and then it was immersed in a bucket of cold water, as the abrupt temperature change made it stronger. Then the clapper, which was made of a 20-point probe, was passed through, and finally, the bell was cleaned.

Bells have appeared in ancient civilizations, from China to Crete and Egypt, used for ritual, purifying and protective purposes. Bells have been discovered in excavations in the Near East, from where, as speculated, they spread to the island space and then to mainland Greece. Cone-shaped clay idols were found in the Minoan palace of Knossos, which according to researchers were used in worship ceremonies, while various bells, clay and bronze, have been preserved in the Greek area, in shrines and tombs, dating back to the Archaic period.

Bell making is an exceptional art that is lost in modern times as the place of traditional bell makers has been taken over by industrial mass production, with farmers obtaining imported bells at better prices. Few bell makers remain in Greece, while in Crete, the art is practiced in Ano Asites and Metaxochori.

Traditional handmade bells are mainly museum pieces or souvenirs today, although they remain useful objects for some farmers who use them to recognize and control their animals. Those bell makers who remain practice the traditional way of making bells, contributing to the preservation of cultural heritage.

Μαχαιράς

Οι Κρητικοί χρησιμοποιούσαν το μαχαίρι στην καθημερινότητά τους για τις καθημερινές αλλά και τις κτηνοτροφικές τους εργασίες, ενώ πάντα το είχαν μαζί τους και ως όπλο.

Οι μαχαιράδες είχαν σαν κύρια ασχολία την κατασκευή και επισκευή των μαχαιριών. Συνήθως μαθήτευαν σε μάστορες κάποια χρόνια για να μάθουν την τέχνη και στη συνέχεια άνοιγαν το δικό τους μαγαζί – εργαστήριο. Οι μαχαιράδες γύριζαν από χωριό σε χωριό και πουλούσαν τα μαχαίρια τους.

Το εργαστήρι του μαχαιρά ήταν γεμάτο εργαλεία, έτοιμα μαχαίρια σε προθήκες, μισοτελειωμένα μαχαίρια, κέρατα τράγου, κριού ή βοδιού, δέρματα και ανοξείδωτες λάμες. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ήταν ο ποδοκίνητος τροχός, η μέγγενη, οι τσιμπίδες, οι τανάλιες, τα σφυριά, τα σκεπάρνια, οι λίμες, οι σέγες, τα ψαλίδια, τα περτσίνια και το καμίνι.

Στην κατασκευή του παραδοσιακού κρητικού μαχαιριού, ο μαχαιροποιός πρώτα έφτιαχνε τη λαβή, μετά τη λεπίδα και τέλος τη θήκη. Για την κατασκευή της λαβής χρησιμοποιούσε φίλντισι, κόκκαλο ή κέρατο άγριου ζώου, κέρατο βουβαλιού, τράγου, ελαφιού ή κριού, κατά προτίμηση αρσενικών ζώων. Έκοβε τις άκρες και έβραζε το υπόλοιπο με στάχτη και ασβέστη για 4-5 ώρες, για να φύγουν τα λάδια και να αποκτήσει καθαρό χρώμα. Στη συνέχεια, το πελεκούσε με το σκεπάρνι και του έδινε το σχήμα που ήθελε, το περνούσε με τη λίμα και μετά το λούστραρε. Αν ήταν από κέρατο, το ζέσταινε στη φωτιά μέχρι να γίνει μαλακό, το τέντωνε με τσιμπίδες, το πίεζε στη μέγγενη και το λούστραρε μ’ ένα πολτό από λάδι και καρβουνόσκονη. Τη λεπίδα που ήταν από μονοκόμματο ατσάλι, την πύρωνε στο φούρνο, τη σφυρηλατούσε και μετά την έβαφε για μεγαλύτερη αντοχή, ενώ διακοσμούσε τη ράχη της με διάφορες παραστάσεις ή μαντινάδες. Για να φτιάξει τα σχέδια ή να γράψει τη μαντινάδα, ο μαχαιράς κέρωνε τη λάμα, χάραζε τη μαντινάδα ή ζωγράφιζε τα σχέδια, και μετά έριχνε πάνω νιτρικό οξύ με αλάτι. Το νιτρικό οξύ έκαιγε το μέταλλο και αποτυπωνόταν στη λάμα ό,τι είχε χαραχτεί πάνω στο κερί. Τέλος, έφτιαχνε τη θήκη της λεπίδας, το φουκάρι, το οποίο αποτελούσε τη μισή δουλειά του μαχαιριού και το εσωτερικό της οποίας κατασκευαζόταν κυρίως από σφάκα.

Ένα από τα πρώτα εργαλεία τα οποία κατασκεύασε ο άνθρωπος και το οποίο τον βοήθησε να επιβιώσει είναι το μαχαίρι. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, τα αγχέμαχα όπλα γεννήθηκαν στην Κρήτη, αφού εφευρέτες τους θεωρούνται οι Κουρήτες.

Ένα από τα παλιότερα δείγματα μαχαιριού με τη μορφή με την οποία το γνωρίζουμε σήμερα βρέθηκε στην Αίγυπτο, το οποίο κατασκευάστηκε γύρω στο 3.400 π.Χ., ενώ στην Κίνα, τη Μεσοποταμία και το Ιράν βρέθηκαν μαχαίρια τα οποία αγγίζουν την ηλικία των 5.000 ετών.

Στη Μινωική Κρήτη κατασκευάστηκαν αξιόλογα μαχαίρια, ελάχιστα δείγματα των οποίων έφτασαν μέχρι την εποχή μας, ενώ στην Μυκηναϊκή Ελλάδα κατασκευάστηκαν θαυμάσια χάλκινα και ορειχάλκινα μαχαίρια.

Σήμερα, την παράδοση της μαχαιροποιίας συνεχίζουν μερικοί έμπειροι τεχνίτες στα Χανιά και το Ηράκλειο, μια που, πέρα από τη χρηστική του αξία, το κρητικό μαχαίρι αποτελεί πλέον ένα τα ενθύμια που μπορεί να πάρει κανείς μαζί του από το νησί.

Οι μαχαιροποιοί που εξακολουθούν να κατασκευάζουν μαχαίρια με την παραδοσιακή χειροποίητη μέθοδο, διατηρούν την παραδοσιακή τεχνογνωσία και τις τεχνικές κατασκευής, ενώ συχνά ενσωματώνουν και νέες τεχνολογίες και υλικά για να βελτιώσουν την ποιότητα και την αισθητική των προϊόντων τους.

Ορισμένοι, δε, επιδίδονται στην κατασκευή μαχαιριών εκφράζοντας έτσι την προσωπική τους δημιουργικότητα και αισθητική μέσω της τέχνης αυτής.

Κnife maker

Cretans used knives in their everyday life for both daily tasks and agricultural work, always carrying them as a weapon. Knife makers primarily focused on crafting and repairing knives. They typically apprenticed with masters for several years to learn the art before opening their own shop. Knife makers traveled from village to village selling their knives.

A knife maker’s workshop was filled with tools, ready knives on display, partially finished knives, goat, sheep or cattle horns, skins and stainless-steel blades. Tools used included a foot-powered wheel, awls, pliers, chisels, hammers, scrapers, files, saws, scissors and a forge.

In the construction of traditional Cretan knives, the knife maker first made the handle, then the blade and finally the sheath. Handles were made of nacre, bone or wild animal horn, preferably from male animals. The material was trimmed, boiled with ash and lime for 4-5 hours to remove oils and achieve a clean color. Then it was shaped, filed and polished. If made from horn, it was heated until soft, stretched with pliers, pressed with a chisel and polished with a mixture of oil and charcoal. The blade, made from a single piece of steel, was heated in a furnace, forged and then painted for greater durability, while the back was decorated with various designs or verses. To create designs or inscribe verses, the knife maker waxed the blade, engraved the verse, or drew the designs, then applied nitric acid with salt. The nitric acid burned the metal and imprinted on the blade whatever had been etched on the wax. Finally, they made the sheath, the “fukari”, which was half the work of the knife and its interior was mainly made of a specific type of grass.

One of the earliest tools invented by humans that helped them survive is the knife. According to ancient Greek mythology, edged weapons were born in Crete, with the Curetes considered their inventors.

One of the earliest examples of a knife in the form we recognize today was found in Egypt, dating back to around 3400 BC, while knives found in China, Mesopotamia, and Iran date back 5,000 years.

In Minoan Crete, significant knives were made, a few samples of which have survived to our time, while in Mycenaean Greece, splendid bronze and brass knives were made.

Today, the tradition of knife making continues with some experienced craftsmen in Chania and Heraklion, as the Cretan knife, besides its utility value, has become a souvenir that one can take from the island.

Knife makers who still craft knives using traditional handmade methods maintain traditional knowledge and construction techniques, often incorporating new technologies and materials to improve the quality and aesthetics of their products. Some also engage in knife making to express their personal creativity and aesthetic through this art.

Μελισσοκόμος

Ο μελισσοκόμος ήταν αυτός που ασχολούταν με την τέχνη της εκτροφής των μελισσών, προκειμένου να πάρει το μέλι και τα υπόλοιπα παράγωγα της κυψέλης.

Το οικοσύστημα των Αστερουσίων, πλούσιο σε ενδημικά φυτά, βοηθούσε τους μελισσοκόμους της περιοχής να ταΐζουν τις μέλισσες με τα αρωματικά φυτά και βότανα της Κρητικής γης: θυμάρι, φασκόμηλο, δίκταμο, πεύκο, μαλοτήρα, χαρούπι και εσπεριδοειδή. Για την κατασκευή των κυψελών χρησιμοποιούσαν διάφορα υλικά όπως πηλό, ψάθα ή και ξύλο, ενώ απαραίτητα εργαλεία ήταν τα καπνιστήρια, τα μαχαίρια απολέπισης, σιδεράκια με τα οποία έκοβαν τα κεριά και χειροκίνητοι μελιτοεξαγωγείς.

Ο μελισσοκόμος επισκεπτόταν συχνά τα μελίσσια του για να καθαρίσει τις κυψέλες ή να ελέγξει για τυχόν αρρώστιες ή καταστροφές σε αυτές.

Η μελισσοκομία έχει αρκετά παλιά παράδοση. Σε διάφορες ζωγραφικές παραστάσεις που βρέθηκαν στις Πυραμίδες της Αιγύπτου εικονίζονται άνθρωποι που ασχολούνται με τη μελισσοκομία, ενώ στην Ελλάδα η μελισσοκομία βρισκόταν σε αρκετά υψηλό επίπεδο ήδη από την προϊστορική εποχή όπως δείχνουν οι σύγχρονες έρευνες.

Η Κρήτη κατακλύζεται από μύθους και μαρτυρίες που αποδεικνύουν τη σπουδαιότητα της μελισσοκομίας στο νησί. Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Μέλισσα, κόρη του βασιλιά της Κρήτης Μελισσέα και τροφός του Δία, ήταν αυτή που δίδαξε στους ανθρώπους τη μελισσοκομία. Η μελισσοκομία αναπτύχθηκε πολύ νωρίς στην Κρήτη, όπως αποδεικνύεται από τις πήλινες κυψέλες της Μινωικής εποχής (3400 π. Χ.), οι οποίες βρέθηκαν στις ανασκαφές που έγιναν στη Φαιστό και στην Κνωσό, αλλά και από την ανακάλυψη ενός μινωικού μενταγιόν με μέλισσες.

Η μελισσοκομία δεν έχει παύσει να ασκείται στο πέρασμα των χρόνων στην περιοχή των Αστερουσίων αλλά και σε ολόκληρη την Κρήτη. Αξιοσημείωτο είναι ότι το Πευκοθυμαρόμελο Κρήτης, το οποίο προκύπτει από φυσική ανάμιξη θυμαρίσιου μελιού με πευκόμελο, έχει αναγνωριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ).

Στην περιοχή των Αστερουσίων, η μελισσοκομία συνήθως ασκείται με παραδοσιακούς και βιώσιμους τρόπους. Οι μελισσοκόμοι ως επί το πλείστον χρησιμοποιούν τοπικά κατασκευασμένες κυψέλες για τη στέγαση των μελισσών τους,  ενώ ορισμένοι μεταφέρουν τις κυψέλες τους σε διάφορες περιοχές των Αστερουσίων, ανάλογα με την ανθοφορία. Πολλοί εφαρμόζουν βιολογικές πρακτικές, αποφεύγοντας τη χρήση χημικών ουσιών, υποστηρίζοντας, έτσι, τη φυσική υγεία των μελισσών και συμβάλλοντας στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας.

Beekeeper

The beekeeper was the one who practiced the art of beekeeping, in order to obtain honey and other hive products. The ecosystem of Asterousia, rich in endemic plants, helped the beekeepers of the area to feed the bees with the aromatic plants and herbs of the Cretan land: thyme, sage, dictamus, pine, carob and citrus fruits. Various materials such as clay, straw or wood were used for the construction of hives, while essential tools included smokers, uncapping knives, iron tools for cutting wax and manual honey extractors. The beekeeper frequently visited their hives to clean the cells or check for any diseases or damages.

Beekeeping has a long tradition. In various paintings found in the Pyramids of Egypt, people engaged in beekeeping are depicted, while in Greece, beekeeping was already at a high level since prehistoric times, as evidenced by modern research.

Crete is inundated with myths and testimonies that prove the importance of beekeeping on the island. According to mythology, Melissa, daughter of the Cretan king Melisseus and nurse of Zeus, was the one who taught humans beekeeping. Beekeeping developed early in Crete, as evidenced by the clay hives of the Minoan era (3400 BC), found in excavations in Phaistos and Knossos, as well as the discovery of a Minoan pendant with bees.

Beekeeping has continued over the years in the Asterousia region and throughout Crete. Notably, Cretan Thyme Honey, which results from the natural mixing of thyme honey with pine honey, has been recognized by the European Commission as a Protected Designation of Origin (PDO) product.

In the Asterousia region, beekeeping is usually practiced using traditional and sustainable methods. Beekeepers mostly use locally made hives to house their bees, while some transport their hives to various areas of Asterousia depending on the flowering season. Many apply organic practices, avoiding the use of chemicals, thus supporting the natural health of bees and contributing to the protection of the natural environment and biodiversity.

Νιταδώρος

Η ξυλογλυφία αποτελεί μέρος της ξυλοτεχνίας και της γλυπτικής. Ένα είδος ξυλογλυπτικής είναι η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική. Οι νιταδώροι ήταν ξυλογλύπτες που φιλοτεχνούσαν τα τέμπλα των ναών.

Αντικείμενα της τέχνης του νιταδώρου ήταν κυρίως τέμπλα, άμβωνες, δεσποτικοί θρόνοι, στασίδια, προσκυνητάρια, εξαπτέρυγα, σταυροί, πολυέλαιοι, μανουάλια, τύπωσες (προσφορικές σφραγίδες), καθώς και είδη οικιακής χρήσης. Κυριότερα λαξευτικά εργαλεία ήταν οι σμίλες (γλύφανα) με κοπτική μύτη ίσια ή καμπύλη ή λοξή ή κοίλη ή αιχμοειδή κλπ. Όλες οι εργασίες γίνονταν με τα χέρια, χωρίς καμιά μηχανοκίνητη εργαλειομηχανή.

Βασικό εργαλείο της δουλειάς τους ήταν τα ανθιβόλια, χάρτινες στάμπες με τις οποίες αποτύπωναν τα σχέδια που ήθελαν να σκαλίσουν πάνω στο ξύλο. Τα ανθιβόλια ήταν στην ουσία λευκές κόλλες ανθεκτικού χαρτιού επάνω στις οποίες δημιουργούσαν με μαύρο μελάνι παραστάσεις από τη βυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση και από το φυτικό και ζωικό βασίλειο.

Μετά, με λεπτή βελόνα έκαναν, σε απόσταση χιλιοστού, μικρές τρύπες κατά μήκος του σχεδίου καθιστώντας το έτσι διάτρητο. Αυτό το διάτρητο χαρτί με το σχέδιο το ακουμπούσαν στο επεξεργασμένο ξύλο και από πάνω του περνούσαν πολύ ψιλή καρβουνόσκονη. Η σκόνη ήταν μέσα σε τουλουπάνι αραιής ύφανσης. Καθώς έπεφτε πάνω στο σχέδιο με τις μικρές τρύπες περνούσε πάνω στο ξύλο. Οι νιταδώροι σήκωναν μετά προσεκτικά το χαρτί και η παράσταση είχε μείνει με τη σκόνη πάνω στο ξύλο. Έπειτα, με μολύβι, έκαναν πιο έντονο το χρώμα της και ξεκινούσαν το σκάλισμα που διαρκούσε μέρες ή και μήνες ανάλογα με το μέγεθος και το βαθμό δυσκολίας του.

Από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας, το ξύλο ήταν το πρώτο υλικό που ο άνθρωπος χρησιμοποίησε σαν εργαλείο αλλά και σαν μέσο έκφρασης, δημιουργώντας ξύλινα είδωλα. Από την Αρχαία Αίγυπτο μέχρι την Βυζαντινή εποχή, βλέπουμε την εξέλιξη της τέχνης αυτής, μέσα από διακοσμητικά έργα, αλλά κυρίως μέσα από θρησκευτικά έργα, απεικονίζοντας θεϊκές μορφές ή φιλοτεχνώντας τα πρώτα εικονοστάσια, τέμπλα, κ.ά.

Με την απελευθέρωση της Κρήτης από τον Ν. Φωκά τη Β΄ βυζαντινή περίοδο, πολλές οικογένειες βυζαντινών μετοίκησαν στην Κρήτη με αποτέλεσμα οι Κρητικοί να δεχτούν από το Βυζάντιο πολιτισμικές επιρροές στην εκκλησιαστική ξυλογλυπτική.

Με την υπογραφή από τον Σουλτάνο, το έτος 1856, της συμφωνίας «Χάτι Χουμαγιούν, με την οποία οι Τούρκοι επέτρεπαν στους Κρήτες να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, νέοι ναοί ανεγέρθηκαν και οι παλαιοί ανακαινίστηκαν και τότε αναζωογονήθηκε η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική τέχνη στην Κρήτη.

Με τα χρόνια και την εξέλιξη της τεχνολογίας οι νιταδώροι παραμερίστηκαν. Στην τέχνη τους εισέβαλλε ο παντογράφος και οι κατασκευές των τέμπλων με μάρμαρο ή γύψο. Όσοι απέμειναν, για να επιβιώσουν άρχισαν να κατασκευάζουν έπιπλα και άλλα αντικείμενα οικιακής χρήσης. Η γενιά όμως των παραδοσιακών νιταδώρων άφησε ένα μοναδικό θησαυρό στα ιερά προσκυνήματα της Κρήτης.

Nitadoros

Woodcarving is part of woodworking and sculpture. One type of woodcarving is ecclesiastical woodcarving. The “nitadoroi” (plural of “nitadoros”) were woodcarvers who crafted the iconostases of churches. Objects of the art of the nitadoroi mainly included iconostases, pulpits, thrones, lecterns, pedestals, candlesticks, chandeliers, candelabra, prints (offering seals), as well as household items. The primary carving tools were chisels with straight, curved, oblique, hollow or pointed tips. All work was done by hand, without any powered machinery.

A fundamental tool of their work was the “anthivolia,” paper stamps with which they imprinted the designs they wanted to carve onto the wood. The anthivolia were white durable papers on which they created representations with black ink from Byzantine ecclesiastical tradition and the plant and animal kingdoms. Then, using a fine needle, they made small holes at one-millimeter intervals along the design, making it perforated. They pressed this perforated paper with the design onto the processed wood and passed very fine charcoal powder over it. The powder was in a loose-weave cloth pouch. As it fell onto the design with the small holes, it transferred onto the wood. The nitadoroi then carefully lifted the paper, leaving the image in charcoal on the wood. Afterwards, they intensified the color with pencil and began the carving, which could last for days or even months depending on the size and complexity.

From the beginning of human history, wood was the first material that humans used as a tool and as a means of expression, creating wooden idols. From Ancient Egypt to the Byzantine era, we see the evolution of this art through decorative works, but mainly through religious works, depicting divine figures or crafting the first iconostases, icon stands, etc.

With the liberation of Crete by N. Foka in the Second Byzantine Period, many Byzantine families moved to Crete, resulting in Cretans receiving cultural influences from Byzantium in ecclesiastical woodcarving.

With the signing by the Sultan in 1856 of the “Hatt-ı Hümayun” agreement, whereby the Turks allowed the Cretans to freely practice their religious duties, new churches were erected and the old ones were renovated, thus reviving ecclesiastical woodcarving art in Crete.Αρχή φόρμας

With the years and the advancement of technology, the nitadoroi were marginalized. The pantograph and the construction of iconostases with marble or plaster entered their art. Those who remained, to survive, began to manufacture furniture and other household objects. However, the generation of traditional nitadoroi left a unique treasure in the sacred pilgrimages of Crete.

Οργανοποιός

Σε συνδυασμό με την παραδοσιακή κρητική μουσική αναπτύχθηκε η παραδοσιακή οργανοποιία. Στην Κρήτη οι οργανοποιοί κατασκεύαζαν κυρίως έγχορδα και πνευστά μουσικά όργανα. Αυτά ήταν οι λύρες, τα βιολιά, τα λαούτα, τα μπουλγαριά ή ταμπουράδες, τα μαντολίνα, οι μαντόλες, τα χαμπιόλια, η ασκομαντούρα.

Για την κατασκευή των μουσικών οργάνων χρησιμοποιούσαν υλικά από την κρητική φύση. Η λύρα κατασκευαζόταν από ξύλο μουριάς, ασφεντάμου ή καρυδιάς, ενώ για το δοξάρι χρησιμοποιούσαν ξύλο δεσπολιάς με τρίχες ουράς αλόγου και πάνω του κρεμούσαν μικρά κουδουνάκια τα λεγόμενα γερακοκούδουνα. Τα χαμπιόλια κατασκευάζονταν από καλάμι, ενώ η ασκομαντούρα από ολόσωμο δέρμα κατσικιού.

Όλα τα έγχορδα, στην τελική τους μορφή αποτελούνταν από το σκάφος, το μανίκι (το πίσω μέρος του οργάνου), τον καράουλα, την ταστιέρα, το καπάκι-ηχείο, τον καβαλάρη, τις χορδές και την πένα παιξίματος. Ο παραδοσιακός τρόπος λουστραρίσματος των έγχορδων μουσικών οργάνων γινόταν με γομαλάκα, μία φυσική ρητίνη, που τη διέλυαν σε οινόπνευμα και τη μετέτρεπαν από στέρεες φλοίδες σε ένα λεπτόρρευστο υγρό λούστρο.

Οι ρίζες της οργανοποιίας εντοπίζονται αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν, τη στιγμή που ο άνθρωπος άρχισε να αντιλαμβάνεται τον τρόπο παραγωγής του ήχου, αν και δεν είναι δυνατόν να οριστεί ακριβής χρονολογία. Από τότε η τέχνη αυτή έχει εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό, συμβαδίζοντας με την εξέλιξη των επιστημών και της τεχνολογίας.

Στις μέρες μας, η παράδοση αιώνων στην κατασκευή των παραδοσιακών μουσικών οργάνων συνεχίζεται σε διάφορα μέρη της Κρήτης, ανάμεσα στα οποία είναι οι Βώροι, το Ηράκλειο, ο Ζαρός, το Ρέθυμνο, η Νεάπολη, η Κριτσά, τα Χανιά.

Στη σημερινή εποχή οι οργανοποιοί συχνά διατηρούν παραδοσιακές τεχνικές κατασκευής και σχεδίασης, αλλά ταυτόχρονα είναι ανοιχτοί σε νέες εξελίξεις και τεχνολογίες που μπορούν να βελτιώσουν την ποιότητα και την απόδοση των οργάνων τους. Με αυτόν τον τρόπο, η παράδοση της οργανοποιίας συνεχίζει να εξελίσσεται και να προσαρμόζεται στις νέες απαιτήσεις και τις προτιμήσεις των μουσικών.

Ιnstrument maker

In combination with traditional Cretan music, traditional instrument making developed. In Crete, instrument makers mainly crafted string and wind instruments. These included lyres, violins, lutes, tambourines, mandolins, mandolas, hampiolia and askomantoura.

For the construction of musical instruments, they used materials from Cretan nature. The lyre was made from mulberry, plane tree, or walnut wood, while for the bow, they used loquat wood with horsehair strings, hanging small bells called gerakoudouna. Hampiolia were made from cane, while askomantoura from whole goat skin.

All string instruments, in their final form, consisted of the body, the neck (the back part of the instrument), the pegbox, the fingerboard, the soundboard, the bridge, the strings and the playing pick. The traditional method of varnishing string instruments was done with gumlac, a natural resin, which they dissolved in alcohol, turning it from solid flakes into a thin liquid varnish.

The roots of instrument making can be traced back thousands of years, as humans began to understand sound production methods, although an exact timeline cannot be defined. Since then, this art has evolved significantly, keeping pace with the advancement of science and technology.

In our times, the centuries-old tradition of crafting traditional musical instruments continues in various parts of Crete, including Voroi, Heraklion, Zaros, Rethymno, Neapolis, Kritsa, and Chania.

In the contemporary era, instrument makers often maintain traditional construction and design techniques, but at the same time, they are open to new developments and technologies that can enhance the quality and performance of their instruments. In this way, the tradition of instrument making continues to evolve and adapt to the new demands and preferences of musicians.

Στιβανάς

Οι στιβανάδες ήταν οι τσαγκάρηδες που έφτιαχναν τις χειροποίητες κρητικές μπότες, τα στιβάνια. Τα στιβάνια ήταν ανέκαθεν το κύριο υπόδημα των Κρητικών για το χωράφι, το βουνό αλλά και την καθημερινή ζωή.

Τα βασικά έπιπλα και σκεύη του τσαγκάρη ήταν ο πάγκος του, ένα ξύλινο έπιπλο-τραπέζι σε τετράγωνο σχήμα, τριγυρισμένο με ξύλινο περβάζι που εξείχε προς τα πάνω για να μην πέφτουν τα μικρά εργαλεία που τοποθετούνταν εκεί. Το τραπέζι αυτό ήταν χωρισμένο στις γωνίες για να τοποθετούνται εκεί τα διάφορα μικρά αντικείμενα που χρησιμοποιούσε ο τσαγκάρης, όπως οι ξυλόπροκες κλπ. Πάνω στον πάγκο υπήρχαν τσαγκαροβελόνες για να ράβει, ενώ υπήρχαν και σφυριά και κατσαμπρόκοι (μικρά καρφάκια περασμένα μέσα από πέτσινο κεφάλι).

Πλάι και κοντά στον πάγκο υπήρχε ένα δοχείο με νερό, όπου ο τσαγκάρης έβαζε τα πετσιά για να μαλακώσουν και να είναι ευκολότερη η περαιτέρω επεξεργασία τους. Τα καλαπόδια ήταν τοποθετημένα σε ράφια, ενώ κοντά τους υπήρχαν και τα ειδικά επεξεργασμένα μακρύτερα ξύλα, που χρησιμοποιούνταν στο φορμάρισμα του καλαμιού (γάμπας) του στιβανιού.

Πρωτίστως, ο τσαγκάρης έπαιρνε τα μέτρα του πελάτη. Έπειτα έβρισκε τα καλαπόδια που ταίριαζαν στο πόδι του πελάτη και τα προσάρμοζε και μετά ακολουθούσε το μοντάρισμα, κατά το οποίο πρόσθετε την πέτσινη σόλα. Κατόπιν έπαιρνε το στιβάνι και με τη βοήθεια του σφυριού κάρφωνε τις ξυλόμπροκες στη σόλα. Όταν τελείωνε το κάρφωμα της σόλας, έβαζε το τακούνι και έτριβε με ράσπα τις ξυλόπροκες που εξείχαν. Ύστερα ξεχώριζε τη σόλα από το επανώδερμα του στιβανιού και τέλος λούστραρε τη σόλα.

Τα στιβάνια πρωτοφορέθηκαν στις αρχές του 19 αιώνα από χωρικούς για την κάλυψη των ποδιών τους από τα αγκάθια και τα χαράκια που ήταν αναγκασμένοι συχνά να διαβούν, προκειμένου να ταΐσουν τα ζώα τους σε βουνά και άλλα δυσπρόσιτα μέρη. Στην κρητική ύπαιθρο δεν έπαψαν να φοριούνται, αφού ήταν απόλυτα προσαρμοσμένα στις εδαφολογικές συνθήκες της Κρήτης και στις απαιτήσεις της αγροτικής ζωής.

Τα στιβάνια εξακολουθούν να φοριούνται ακόμα και σήμερα, κυρίως από Κρητικούς στην ενδοχώρα του νησιού. Ωστόσο, καθώς η ζήτηση για στιβάνια είναι πλέον περιορισμένη, ελάχιστοι έχουν απομείνει να ασχολούνται με τη στιβανοποιία. Στιβανάδες συναντάμε στις μεγάλες πόλεις, Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο, αλλά και σε ορισμένα κεφαλοχώρια.

Σήμερα, όσοι έχουν απομείνει να ασχολούνται με τη στιβανοποιία χρησιμοποιούν τεχνικές αντίστοιχες με αυτές του παρελθόντος τείνοντας περισσότερο προς το χειροποίητο και την παραδοσιακή κατασκευή, ωστόσο, πλέον, στην παραγωγή των στιβανιών μπορεί να συμπεριλαμβάνονται και μηχανοποιημένες διαδικασίες, όπως η χρήση εξειδικευμένων μηχανημάτων για την κοπή και την ραφή των υλικών.

Stivanas

The “stivanades” (plural of “stivanas”) were the craftsmen who made the handmade Cretan boots, the “stivania”. Stivania have always been the main footwear of Cretans for fieldwork, mountainous terrain and everyday life.

The main furniture and tools of the bootmaker were his workbench, a wooden table in a square shape, surrounded by a wooden border protruding upwards to prevent small tools placed there from falling. This table was divided into corners to place various small items used by the bootmaker, such as wooden pegs, etc. On the bench, there were awls for sewing, as well as hammers and “katsabroki” (small nails with leather heads).

Next to and near the bench, there was a container with water where the bootmaker put the leathers to soften them for further processing. The lasts were placed on shelves nearby, along with specially processed longer pieces of wood used for shaping the shank of the boot.

Firstly, the bootmaker took the measurements of the customer’s foot. Then he found the lasts that fit the customer’s foot and adjusted them. Then followed the assembly, during which he added the leather sole. Then he took the boot and, with the help of a hammer, nailed the wooden pegs into the sole. When the sole was nailed, he added the heel and rubbed the protruding wooden pegs with a rasp. Then he separated the sole from the upper leather of the boot and finally polished the sole.

Stivania were first worn in the early 19th century by villagers to protect their feet from thorns and sharp objects they often had to traverse to feed their animals in the mountains and other remote areas. In the Cretan countryside, they continued to be worn, as they were perfectly adapted to the soil conditions of Crete and the demands of rural life.

Stivania are still worn today, mainly by Cretans in the inland areas of the island. However, as the demand for stivania is now limited, few remain engaged in bootmaking. Stivanades are found in major cities such as Chania, Rethymno and Heraklion, as well as in some mountain villages.

Today, those who remain engaged in bootmaking use techniques similar to those of the past, leaning more towards handmade and traditional craftsmanship. However, nowadays, the production of stivania may also include mechanized processes, such as the use of specialized machinery for cutting and stitching materials.

Τυροκόμος

Ο τυροκόμος ασχολούταν με τη διαδικασία της παρασκευής τυριού και των λοιπών παραγώγων του γάλακτος. Οι τυροκόμοι χρησιμοποιούσαν τα μιτάτα για την τυροκόµηση του γάλακτος και είχαν τη ευθύνη του μιτάτου και της καθαριότητας αυτού. Στα ορεινά, τυροκομούσαν πολύ συχνά οι ίδιο οι κτηνοτρόφοι, κυρίως όμως για οικογενειακή́ χρήση.

Ο τυροκόμος ξεκινούσε τη διαδικασία σουρώνοντας το γάλα, για να το καθαρίσει από τρίχες ή άλλα τυχόν ξένα σώματα που μπορεί να είχε. Το έβαζε στο καζάνι και το ζέσταινε ώστε να φτάσει στην κατάλληλη θερμοκρασία για να παστεριωθεί. Χρησιμοποιούσε το πρωτόγαλο, τη λεγόμενη αγαστέρα, ένα πυκνό γάλα που έπαιρνε από το στομάχι το αρνιών, το οποίο ξέραινε και το έριχνε στο ζεστό γάλα για να το βοηθήσει να πήξει. Έπειτα, αφού έπηζε το γάλα, το «έκοβε» με τη «λύρα» και το ανακάτευε με τον «ταραχτή» μέχρι να γίνει ένα πηχτό μίγμα γάλακτος, η λεγόμενη «μαλάκα». Στη συνέχεια με τη βοήθεια του τυρόπανου, της «τσαντίλας», ο τυροκόμος συγκέντρωνε τη «μαλάκα» και την τοποθετούσε μέσα στο τούπι. Τούπι ήταν το σκεύος που όταν θα σούρωνε το τυρί, θα του έδινε το σχήμα του. Τέλος, το αλάτιζε και το άφηνε να ωριμάσει.

Η ιστορία του τυριού αρχίζει το 8.000 π.χ. όταν εξημερώθηκαν τα πρώτα μηρυκαστικά, ενώ το 4000 π.χ. εμφανίζεται η κατσίκα και η προβατίνα στις ακτές της Μεσογείου.

Πρώτη μαρτυρία διατροφής με γάλα μηρυκαστικού είναι αυτή στην ελληνική μυθολογία όταν ο Δίας κυνηγημένος από τον πατέρα του τρέφεται με γάλα από την κατσίκα Αμάλθεια. Ο Όμηρος στην «Οδύσσεια» περιγράφει λεπτομερώς τον βοσκό και τυροκόμο «Πολύφημο» και αναφέρει τυριά που ωρίμαζαν μέσα σε σπηλιά. Ο Αριστοτέλης και ο Διοσκουρίδης έδωσαν τις πρώτες συνταγές για την παραγωγή τυριού, ενώ στην ιστορική εποχή οι μαρτυρίες για την κατασκευή τυριού είναι πάμπολλες, καθώς στην αγορά των Αθηνών υπήρχε χώρος ειδικά αφιερωμένος στα τυριά. Οι Ρωμαίοι, οι οποίοι υπήρξαν σπουδαίοι τυροκόμοι, κατακτώντας την Ευρώπη και τον τότε γνωστό, μάθαιναν στους ντόπιους την τυροκομία.

Κατά την διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στον Ελληνικό χώρο η τυροκομία ήταν πολύ εκτεταμένη. Μαρτυρίες από Ευρωπαίους περιηγητές αλλά και Αραβικά κείμενα, αναφέρουν την Κρήτη ως σπουδαία παραγωγό τυριού και ιδιαίτερα τα Χανιά που έφεραν και το προσωνύμιο «Τυρόπολις». Στην περίοδο, δε, της Τουρκοκρατίας, η τυροκομική παράδοση συνεχίστηκε αμείωτη.

Η τυροκομία εξακολουθεί να ανθεί ακόμα και σήμερα σε όλο το νησί, με σύγχρονα τυροκομεία που διαθέτουν αναβαθμισμένα μηχανήματα επεξεργασίας γάλακτος και ικανοποιητική γραμμή παραγωγής και φροντίζουν για την διασφάλιση των απαραίτητων συνθηκών υγιεινής του χώρου και των παραγόμενων προϊόντων, προκειμένου να διαθέτουν στην αγορά ποιοτικά αναβαθμισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα. Τα κρητικά τυροκομικά προϊόντα είναι εξαιρετικής ποιότητας και μάλιστα, η γραβιέρα και η ξινομυζήθρα Κρήτης έχουν χαρακτηριστεί ως Προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (Π.Ο.Π.).

Ενώ κατά το παρελθόν η διαδικασία της παρασκευής τυριών ήταν περισσότερο χειροποίητη και παραδοσιακή, σήμερα, με την τεχνολογική εξέλιξη, έχουν υιοθετηθεί πιο σύγχρονες τεχνικές και διαδικασίες. Οι τυροκόμοι χρησιμοποιούν εκσυγχρονισμένα μηχανήματα κατά την παραγωγική διαδικασία, δίνοντας έμφαση στην υγιεινή και την ποιότητα των προϊόντων, ενώ εκπαιδεύονται σε νεότερες πρακτικές ώστε να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της αγοράς και να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους.

Cheese maker

The cheese maker was engaged in the process of cheese making and other dairy derivatives. Cheese makers used “mitata” (shepherd’s hut) for curdling milk and were responsible for the cleanliness of the mitato. In the mountainous regions, cheese making was often done by the breeders, mainly for household use.

The cheese maker would start the process by straining the milk to clean it from hairs or any other foreign particles it might have. They would then put it in the cauldron and heat it to reach the appropriate temperature for pasteurization. They used rennet, called “agasatera”, a dense milk obtained from the lamb’s stomach, which they dried and then added to the warm milk to help it coagulate. After coagulating the milk, they would “cut” it with the “lyra” and stir it with the “tarachti” until it became a thick milk mixture, called “malaka”. Then, with the help of the cheese cloth, called “tsantila”, the cheese maker would gather the “malaka” and place it inside the cheese mold. The mold was the vessel that would give the cheese its shape when it was strained. Finally, they would salt it and let it mature.

The history of cheese begins around 8000 BC when the first mammals were domesticated, while around 4000 BC, goats and sheep appear on the shores of the Mediterranean.

The first evidence of mammalian milk consumption is found in Greek mythology when Zeus, chased by his father, is nourished with milk from the goat Amalthea. Homer, in the “Odyssey”, describes in detail the shepherd and cheese maker “Polyphemus” and mentions cheeses maturing in the cave. Aristotle and Dioscorides provided the first recipes for cheese production, while in historical times, there are numerous references to cheese making, as in the Athenian market there was a space specifically dedicated to cheeses. The Romans, who were great cheese makers, conquered Europe and taught locals cheese making.

During the Byzantine Empire, cheese making was widespread in the Greek territory. Testimonies from European travelers and Arabic texts mention Crete as a significant cheese producer, especially Chania, which was even nicknamed “Tyropolis.” During the period of Ottoman rule, the cheese-making tradition continued unabated.

Cheese making still thrives today throughout the island with modern cheese dairies equipped with upgraded milk processing machines and a satisfactory production line, ensuring the necessary hygiene conditions of the space and the products produced, in order to offer quality upgraded dairy products to the market. Cretan dairy products are of excellent quality, and indeed, Cretan gruyere and sour “mizithra” have been designated as Protected Designation of Origin (PDO) products.

While in the past the cheese-making process was more manual and traditional, today, with technological advancement, more modern techniques and processes have been adopted. Cheese makers use modern machinery during the production process, emphasizing hygiene and product quality, while being trained in newer practices to adapt to market demands and maintain their competitiveness.

Υφάντρα

Οι υφάντρες εξασκούσαν την υφαντική τέχνη και κατασκεύαζαν χειροτεχνήματα από μαλλί, βαμβάκι, λινό και μετάξι, με πλούσια διακόσμηση και θεματολογία, αμέτρητους χρωματικούς συνδυασμούς, αισθητικές και τεχνικές παραλλαγές.

Τα μάλλινα κιλίμια, οι μπατανίες, οι «βούργιες» (πολύχρωμα σακίδια που χρησιμοποιούνταν στις κοινωνικές εκδηλώσεις αλλά και από τους κτηνοτρόφους για τη μεταφορά των τροφίμων), τα βαμβακερά ή λινά σεντόνια, οι πετσέτες, τα μεταξωτά φορέματα και είδη ρουχισμού είναι από τα συνηθέστερα προϊόντα της κρητικής υφαντικής τέχνης.

Η διαδικασία της ύφανσης περιλάμβανε διάφορα στάδια, από την αρχική επεξεργασία της πρώτης ύλης ως την παραγωγή του τελικού προϊόντος. Η πρώτη ύλη περνούσε από πολλές διαδικασίες μέχρι να γίνει νήμα. Πρώτα κούρευαν τα πρόβατα, γνωστό ως «κουρά» και έκαναν τη διαλογή του μαλλιού. Όταν τέλειωνε η κουρά, έπλεναν το μαλλί, το άπλωναν στον ήλιο για να στεγνώσει και στη συνέχεια το άνοιγαν με τα χέρια τους (ξάσιμο). Έπειτα το χτένιζαν με ένα μεγάλο ξύλινο χτένι με σιδερένια δόντια και ακολουθούσε το κλώσιμο, που γινόταν με τη ρόκα και το αδράχτι. Για το βάψιμο του νήματος, έβραζαν νερό και έριχναν μέσα τη μπογιά (βάμμα), με λίγο ξύδι, αλάτι και λίγο υδροχλωρικό οξύ, προκειμένου το χρώμα στα νήματα να γίνει ανεξίτηλο.

Όταν ήταν έτοιμο το νήμα, το περνούσαν στον αργαλειό – το βασικότερο χειροκίνητο εργαλείο ύφανσης που καταλάμβανε τον δικό του χώρο στην οικία της υφάντρας – και ακολουθούσε η ίδια η εργασία της ύφανσης.

Η ύφανση απαιτούσε μεγάλη αυτοσυγκέντρωση και συντονισμό των σωματικών δεξιοτήτων, καθώς η καλή υφάντρα έπρεπε να συντονίζει αρμονικά και με ταχύτητα κινήσεις των χεριών και των ποδιών, προσέχοντας παράλληλα να εκτελείται με μαθηματική ακρίβεια το κάθε μοτίβο. Με το πάτημα της πατητήρας (ποδαρικού), άνοιγαν τα στημόνια και η σαΐτα εκσφενδονιζόταν από το ένα χέρι με τέτοια δύναμη, ώστε να φτάσει στην άλλη άκρη και να την πιάσει αμέσως το άλλο χέρι. Παράλληλα, μόλις έφευγε η σαΐτα, το χέρι που ελευθερωνόταν έπιανε το ξυλόχτενο από την κορυφή και χτυπούσε αποφασιστικά το νήμα (υφάδι) που άφηνε πίσω της η διαδρομή της σαΐτας, ώστε να πιεστεί και να ενωθεί με το ήδη υπάρχον ύφασμα. Όταν το άλλο χέρι έπιανε τη σαΐτα, τότε το άλλο πόδι πατούσε την άλλη πατητήρα και άνοιγαν αντίστροφα τα στημόνια, για να επαναληφθεί η διαδικασία όσες φορές χρειαζόταν μέχρι την ολοκλήρωση της ύφανσης.

Ιστορικά, η τέχνη της υφαντικής εμφανίζεται κατά την νεολιθική εποχή, καλύπτοντας την βασική ανάγκη του ανθρώπου για ένδυση. Οι βασικές υφαντικές ίνες ήταν το μαλλί και το λινάρι. Κατά τη μινωική εποχή παρατηρούνται τα αραχνοΰφαντα υφάσματα σε μινωικές τοιχογραφίες της Κνωσού. Στα ομηρικά χρόνια η υφαντική τέχνη εμφανίζεται ως κύρια ενασχόληση της Πηνελόπης, της πιστή συζύγου του Οδυσσέα, η οποία κάθε πρωί ύφαινε στον αργαλειό της, ενώ σύμφωνα με τη μυθολογία, η θεά Αθηνά θεωρείται προστάτιδα και δασκάλα της υφαντικής τέχνης.

Η μεγαλύτερη άνθιση της υφαντικής εμφανίζεται τα βυζαντινά χρόνια, κατά τα οποία η κατασκευή κλινοσκεπασμάτων, ενδυμάτων, ιερατικών αμφίων, καθώς και οι φορεσιές αυτοκρατόρων και κυριών της εποχής ήταν κυρίως έργα υφαντικής.

Κατά το παρελθόν, πολλά νοικοκυριά διέθεταν αργαλειό και ύφαιναν ασταμάτητα, καθώς είχαν μεγάλη ζήτηση τα υφαντά. Η άνθιση της κλωστοϋφαντουργίας με τη βιομηχανική επανάσταση έστρεψε τον κόσμο στα βιομηχανικά υφάσματα, ενδύματα, σκεπάσματα και χαλιά και συρρίκνωσε σε βαθμό εξαφάνισης τα χειροποίητα υφαντά.

Σήμερα η τέχνη του αργαλειού και το επάγγελμα της υφάντρας έχουν αντικατασταθεί από σύγχρονες μηχανές. Ωστόσο, υπάρχουν υφάντρες που δουλεύουν ακόμη αυτή τη λαϊκή τέχνη και την παράδοση που άφησαν οι προηγούμενες γενιές και εντοπίζονται στα Ηράκλειο, στον Πύργο, στις Αρχάνες, στο Μεσοχωριό, στη Βιάννο, στον Ζαρό, καθώς και σε Χανιά, Λασίθι, Ρέθυμνο, Ανώγεια και άλλες ορεινές περιοχές του Μυλοποτάμου. Αξίζει, δε, να σημειωθεί, ότι η υφαντική τέχνη και η διαφύλαξή της στα Αστερούσια Κρήτης αποτελεί στοιχείο εγγεγραμμένο στον κατάλογο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας.

Παλαιότερα, η υφαντική τέχνη στην Κρήτη ήταν σχεδόν αποκλειστικά χειροποίητη, με τις υφάντρες να χρησιμοποιούν παραδοσιακούς αργαλειούς, ενώ τα υφάσματα κατασκευάζονταν κυρίως από φυσικές ίνες και τα μοτίβα τους είχαν έντονα παραδοσιακά και τοπικά χαρακτηριστικά.  Σήμερα, η παραγωγή υφασμάτων έχει μεταφερθεί σε μεγάλο βαθμό σε μηχανοποιημένες διαδικασίες, ενώ πλέον μπορεί να χρησιμοποιούνται και συνθετικά υλικά και υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία σχεδίων. Ωστόσο, οι υφάντρες που εξασκούν την παραδοσιακή μορφή της υφαντικής, διατηρούν την αυθεντικότητα στην τέχνη τους και προσπαθούν να τη μεταδώσουν στις μελλοντικές γενιές, διαφυλάσσοντας έτσι την τοπική ταυτότητα και παράδοση.

Weaver

The weavers practiced the art of weaving and crafted handicrafts from wool, cotton, linen and silk, with rich decoration and themes, countless color combinations, aesthetic and technical variations. Woolen rugs, “vourgies” (colorful bags used in social events and by shepherds for carrying food), cotton or linen sheets, towels, silk dresses and clothing items are among the most common products of Cretan weaving art.

The weaving process involved various stages, from the initial processing of the raw material to the production of the final product. The raw material went through many processes until it became yarn. First, they sheared the sheep, known as “koura”, and sorted the wool. After shearing, they washed the wool, spread it in the sun to dry and then fluffed it by hand (carding). Then they combed it with a large wooden comb with iron teeth, followed by spinning, which was done with a spindle and distaff. For dyeing the yarn, they boiled water and added dye (coloring), with a little vinegar, salt and a bit of hydrochloric acid, to make the color in the threads permanent.

When the yarn was ready, they passed it through the loom – the primary manual weaving tool that occupied its own space in the weaver’s house – and the weaving work followed.

Weaving required great concentration and coordination of physical skills, as a good weaver had to harmonize hand and foot movements smoothly and quickly, while also ensuring that each pattern was executed with mathematical precision. With the press of the treadle (foot pedal), the heddles opened and the shuttle was propelled by one hand with such force that it reached the other end and was immediately caught by the other hand. Meanwhile, as soon as the shuttle departed, the free hand grasped the beater from the top and decisively struck the yarn (weft) left behind by the shuttle’s path, pressing it and joining it with the already existing fabric. When the other hand caught the shuttle, then the other foot pressed the other treadle and the heddles opened in reverse, to repeat the process as many times as necessary until the weaving was completed.

Historically, the art of weaving appears during the Neolithic era, covering humanity’s basic need for clothing. The primary weaving fibers were wool and flax. During the Minoan era, spider-woven fabrics are observed in Minoan frescoes in Knossos. In the Homeric years, weaving appears as Penelope’s main occupation, the faithful wife of Odysseus, who wove every morning on her loom, while according to mythology, the goddess Athena is considered the protector and teacher of weaving.

The greatest flourishing of weaving appears during the Byzantine years when the construction of bedspreads, garments, priestly robes, as well as the attire of emperors and ladies of the time, were mainly works of weaving.

In the past, many households had looms and wove continuously, as there was a great demand for textiles. The flourishing of textile manufacturing with the industrial revolution turned the world to industrial fabrics, clothing, covers, and carpets and to the extent of shrinking handmade textiles to the point of disappearance.

Today, the art of the loom and the profession of the weaver have been largely replaced by modern machines. However, there are still weavers who practice this folk art and the tradition left by previous generations, located in Heraklion, Pyrgos, Archanes, Mesochori, Viannos, Zaros, as well as in Chania, Lasithi, Rethymno, Anogeia, and other mountainous areas of Mylopotamos. It is worth noting that the weaving art and its preservation in Asterousia, Crete, constitute an element inscribed in the catalog of Greece’s intangible cultural heritage.

In the past, weaving in Crete was almost exclusively handmade, with weavers using traditional looms and their fabrics were mainly made of natural fibers with distinctly traditional and local patterns. Today, fabric production has largely shifted to mechanized processes and synthetic materials can also be used, with a greater variety of designs. However, weavers who practice the traditional form of weaving maintain authenticity in their art and strive to pass it on to future generations, thus preserving local identity and tradition.

    Add to Collection

    No Collections

    Here you'll find all collections you've created before.